BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ιδιωτεύω

жить частной жизнью

live privately

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιδιωτεύω
εσύιδιωτεύεις
αυτός/ή/όιδιωτεύει
εμείςιδιωτεύουμε
εσείςιδιωτεύετε
αυτοί/ές/άιδιωτεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώιδιώτευσα
εσύιδιώτευσες
αυτός/ή/όιδιώτευσε
εμείςιδιωτεύσαμε
εσείςιδιωτεύσατε
αυτοί/ές/άιδιώτευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιδιωτεύσω
εσύθα ιδιωτεύσεις
αυτός/ή/όθα ιδιωτεύσει
εμείςθα ιδιωτεύσουμε
εσείςθα ιδιωτεύσετε
αυτοί/ές/άθα ιδιωτεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώιδιώτευα
εσύιδιώτευες
αυτός/ή/όιδιώτευε
εμείςιδιωτεύαμε
εσείςιδιωτεύατε
αυτοί/ές/άιδιώτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιδιωτεύω
εσύθα ιδιωτεύεις
αυτός/ή/όθα ιδιωτεύει
εμείςθα ιδιωτεύουμε
εσείςθα ιδιωτεύετε
αυτοί/ές/άθα ιδιωτεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιδιωτεύσει
εσύέχεις ιδιωτεύσει
αυτός/ή/όέχει ιδιωτεύσει
εμείςέχουμε ιδιωτεύσει
εσείςέχετε ιδιωτεύσει
αυτοί/ές/άέχουν ιδιωτεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιδιωτεύσει
εσύείχες ιδιωτεύσει
αυτός/ή/όείχε ιδιωτεύσει
εμείςείχαμε ιδιωτεύσει
εσείςείχατε ιδιωτεύσει
αυτοί/ές/άείχαν ιδιωτεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιδιωτεύσει
εσύθα έχεις ιδιωτεύσει
αυτός/ή/όθα έχει ιδιωτεύσει
εμείςθα έχουμε ιδιωτεύσει
εσείςθα έχετε ιδιωτεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ιδιωτεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύιδιώτευσε
εσείςιδιωτεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύιδιώτευε
εσείςιδιωτεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιδιωτεύσω
εσύνα ιδιωτεύσεις
αυτός/ή/όνα ιδιωτεύσει
εμείςνα ιδιωτεύσουμε
εσείςνα ιδιωτεύσετε
αυτοί/ές/άνα ιδιωτεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιδιωτεύω
εσύνα ιδιωτεύεις
αυτός/ή/όνα ιδιωτεύει
εμείςνα ιδιωτεύουμε
εσείςνα ιδιωτεύετε
αυτοί/ές/άνα ιδιωτεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιδιωτεύσει
εσύνα έχεις ιδιωτεύσει
αυτός/ή/όνα έχει ιδιωτεύσει
εμείςνα έχουμε ιδιωτεύσει
εσείςνα έχετε ιδιωτεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ιδιωτεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιδιωτεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ιδιωτεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ιδιώτευα
εσύθα ιδιώτευες
αυτός/ή/όθα ιδιώτευε
εμείςθα ιδιωτεύαμε
εσείςθα ιδιωτεύατε
αυτοί/ές/άθα ιδιώτευαν