BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θρονιάζομαι

усаживаться на трон

be sat on a throne

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθρονιάζομαι
εσύθρονιάζεσαι
αυτός/ή/όθρονιάζεται
εμείςθρονιαζόμαστε
εσείςθρονιάζεστε
αυτοί/ές/άθρονιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθρονιάστηκα
εσύθρονιάστηκες
αυτός/ή/όθρονιάστηκε
εμείςθρονιαστήκαμε
εσείςθρονιαστήκατε
αυτοί/ές/άθρονιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θρονιαστώ
εσύθα θρονιαστείς
αυτός/ή/όθα θρονιαστεί
εμείςθα θρονιαστούμε
εσείςθα θρονιαστείτε
αυτοί/ές/άθα θρονιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθρονιαζόμουν
εσύθρονιαζόσουν
αυτός/ή/όθρονιαζόταν
εμείςθρονιαζόμαστε
εσείςθρονιαζόσαστε
αυτοί/ές/άθρονιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θρονιάζομαι
εσύθα θρονιάζεσαι
αυτός/ή/όθα θρονιάζεται
εμείςθα θρονιαζόμαστε
εσείςθα θρονιάζεστε
αυτοί/ές/άθα θρονιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θρονιαστεί
εσύέχεις θρονιαστεί
αυτός/ή/όέχει θρονιαστεί
εμείςέχουμε θρονιαστεί
εσείςέχετε θρονιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν θρονιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θρονιαστεί
εσύείχες θρονιαστεί
αυτός/ή/όείχε θρονιαστεί
εμείςείχαμε θρονιαστεί
εσείςείχατε θρονιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν θρονιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θρονιαστεί
εσύθα έχεις θρονιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει θρονιαστεί
εμείςθα έχουμε θρονιαστεί
εσείςθα έχετε θρονιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν θρονιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθρονιάσου
εσείςθρονιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςθρονιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θρονιαστώ
εσύνα θρονιαστείς
αυτός/ή/όνα θρονιαστεί
εμείςνα θρονιαστούμε
εσείςνα θρονιαστείτε
αυτοί/ές/άνα θρονιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θρονιάζομαι
εσύνα θρονιάζεσαι
αυτός/ή/όνα θρονιάζεται
εμείςνα θρονιαζόμαστε
εσείςνα θρονιάζεστε
αυτοί/ές/άνα θρονιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θρονιαστεί
εσύνα έχεις θρονιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει θρονιαστεί
εμείςνα έχουμε θρονιαστεί
εσείςνα έχετε θρονιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν θρονιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θρονιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θρονιαστώ
εσύθα θρονιαστείς
αυτός/ή/όθα θρονιαστεί
εμείςθα θρονιαστούμε
εσείςθα θρονιαστείτε
αυτοί/ές/άθα θρονιαστούν