BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θησαυρίζω

копить, накапливать, нагромождать

treasure, hoard, pile up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθησαυρίζω
εσύθησαυρίζεις
αυτός/ή/όθησαυρίζει
εμείςθησαυρίζουμε
εσείςθησαυρίζετε
αυτοί/ές/άθησαυρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθησαύρισα
εσύθησαύρισες
αυτός/ή/όθησαύρισε
εμείςθησαυρίσαμε
εσείςθησαυρίσατε
αυτοί/ές/άθησαύρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θησαυρίσω
εσύθα θησαυρίσεις
αυτός/ή/όθα θησαυρίσει
εμείςθα θησαυρίσουμε
εσείςθα θησαυρίσετε
αυτοί/ές/άθα θησαυρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθησαύριζα
εσύθησαύριζες
αυτός/ή/όθησαύριζε
εμείςθησαυρίζαμε
εσείςθησαυρίζατε
αυτοί/ές/άθησαύριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θησαυρίζω
εσύθα θησαυρίζεις
αυτός/ή/όθα θησαυρίζει
εμείςθα θησαυρίζουμε
εσείςθα θησαυρίζετε
αυτοί/ές/άθα θησαυρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θησαυρίσει
εσύέχεις θησαυρίσει
αυτός/ή/όέχει θησαυρίσει
εμείςέχουμε θησαυρίσει
εσείςέχετε θησαυρίσει
αυτοί/ές/άέχουν θησαυρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θησαυρίσει
εσύείχες θησαυρίσει
αυτός/ή/όείχε θησαυρίσει
εμείςείχαμε θησαυρίσει
εσείςείχατε θησαυρίσει
αυτοί/ές/άείχαν θησαυρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θησαυρίσει
εσύθα έχεις θησαυρίσει
αυτός/ή/όθα έχει θησαυρίσει
εμείςθα έχουμε θησαυρίσει
εσείςθα έχετε θησαυρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν θησαυρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθησαύρισε
εσείςθησαυρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύθησαύριζε
εσείςθησαυρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θησαυρίσω
εσύνα θησαυρίσεις
αυτός/ή/όνα θησαυρίσει
εμείςνα θησαυρίσουμε
εσείςνα θησαυρίσετε
αυτοί/ές/άνα θησαυρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θησαυρίζω
εσύνα θησαυρίζεις
αυτός/ή/όνα θησαυρίζει
εμείςνα θησαυρίζουμε
εσείςνα θησαυρίζετε
αυτοί/ές/άνα θησαυρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θησαυρίσει
εσύνα έχεις θησαυρίσει
αυτός/ή/όνα έχει θησαυρίσει
εμείςνα έχουμε θησαυρίσει
εσείςνα έχετε θησαυρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν θησαυρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θησαυρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

θησαυρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θησαύριζα
εσύθα θησαύριζες
αυτός/ή/όθα θησαύριζε
εμείςθα θησαυρίζαμε
εσείςθα θησαυρίζατε
αυτοί/ές/άθα θησαύριζαν