BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

θηλυκώνομαι

сцепляться, застёгиваться, скрепляться

be interlocked, buttoned, clasped

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθηλυκώνομαι
εσύθηλυκώνεσαι
αυτός/ή/όθηλυκώνεται
εμείςθηλυκωνόμαστε
εσείςθηλυκώνεστε
αυτοί/ές/άθηλυκώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθηλυκώθηκα
εσύθηλυκώθηκες
αυτός/ή/όθηλυκώθηκε
εμείςθηλυκωθήκαμε
εσείςθηλυκωθήκατε
αυτοί/ές/άθηλυκώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θηλυκωθώ
εσύθα θηλυκωθείς
αυτός/ή/όθα θηλυκωθεί
εμείςθα θηλυκωθούμε
εσείςθα θηλυκωθείτε
αυτοί/ές/άθα θηλυκωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθηλυκωνόμουν
εσύθηλυκωνόσουν
αυτός/ή/όθηλυκωνόταν
εμείςθηλυκωνόμαστε
εσείςθηλυκωνόσαστε
αυτοί/ές/άθηλυκώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θηλυκώνομαι
εσύθα θηλυκώνεσαι
αυτός/ή/όθα θηλυκώνεται
εμείςθα θηλυκωνόμαστε
εσείςθα θηλυκώνεστε
αυτοί/ές/άθα θηλυκώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θηλυκωθεί
εσύέχεις θηλυκωθεί
αυτός/ή/όέχει θηλυκωθεί
εμείςέχουμε θηλυκωθεί
εσείςέχετε θηλυκωθεί
αυτοί/ές/άέχουν θηλυκωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θηλυκωθεί
εσύείχες θηλυκωθεί
αυτός/ή/όείχε θηλυκωθεί
εμείςείχαμε θηλυκωθεί
εσείςείχατε θηλυκωθεί
αυτοί/ές/άείχαν θηλυκωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θηλυκωθεί
εσύθα έχεις θηλυκωθεί
αυτός/ή/όθα έχει θηλυκωθεί
εμείςθα έχουμε θηλυκωθεί
εσείςθα έχετε θηλυκωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν θηλυκωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθηλυκώσου
εσείςθηλυκωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςθηλυκώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θηλυκωθώ
εσύνα θηλυκωθείς
αυτός/ή/όνα θηλυκωθεί
εμείςνα θηλυκωθούμε
εσείςνα θηλυκωθείτε
αυτοί/ές/άνα θηλυκωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θηλυκώνομαι
εσύνα θηλυκώνεσαι
αυτός/ή/όνα θηλυκώνεται
εμείςνα θηλυκωνόμαστε
εσείςνα θηλυκώνεστε
αυτοί/ές/άνα θηλυκώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θηλυκωθεί
εσύνα έχεις θηλυκωθεί
αυτός/ή/όνα έχει θηλυκωθεί
εμείςνα έχουμε θηλυκωθεί
εσείςνα έχετε θηλυκωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν θηλυκωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θηλυκωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θηλυκωθώ
εσύθα θηλυκωθείς
αυτός/ή/όθα θηλυκωθεί
εμείςθα θηλυκωθούμε
εσείςθα θηλυκωθείτε
αυτοί/ές/άθα θηλυκωθούν