BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ηλεκτρίζω

электризовать

electrify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώηλεκτρίζω
εσύηλεκτρίζεις
αυτός/ή/όηλεκτρίζει
εμείςηλεκτρίζουμε
εσείςηλεκτρίζετε
αυτοί/ές/άηλεκτρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώηλέκτρισα
εσύηλέκτρισες
αυτός/ή/όηλέκτρισε
εμείςηλεκτρίσαμε
εσείςηλεκτρίσατε
αυτοί/ές/άηλέκτρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ηλεκτρίσω
εσύθα ηλεκτρίσεις
αυτός/ή/όθα ηλεκτρίσει
εμείςθα ηλεκτρίσουμε
εσείςθα ηλεκτρίσετε
αυτοί/ές/άθα ηλεκτρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώηλέκτριζα
εσύηλέκτριζες
αυτός/ή/όηλέκτριζε
εμείςηλεκτρίζαμε
εσείςηλεκτρίζατε
αυτοί/ές/άηλέκτριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ηλεκτρίζω
εσύθα ηλεκτρίζεις
αυτός/ή/όθα ηλεκτρίζει
εμείςθα ηλεκτρίζουμε
εσείςθα ηλεκτρίζετε
αυτοί/ές/άθα ηλεκτρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ηλεκτρίσει
εσύέχεις ηλεκτρίσει
αυτός/ή/όέχει ηλεκτρίσει
εμείςέχουμε ηλεκτρίσει
εσείςέχετε ηλεκτρίσει
αυτοί/ές/άέχουν ηλεκτρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ηλεκτρίσει
εσύείχες ηλεκτρίσει
αυτός/ή/όείχε ηλεκτρίσει
εμείςείχαμε ηλεκτρίσει
εσείςείχατε ηλεκτρίσει
αυτοί/ές/άείχαν ηλεκτρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ηλεκτρίσει
εσύθα έχεις ηλεκτρίσει
αυτός/ή/όθα έχει ηλεκτρίσει
εμείςθα έχουμε ηλεκτρίσει
εσείςθα έχετε ηλεκτρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ηλεκτρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύηλέκτρισε
εσείςηλεκτρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύηλέκτριζε
εσείςηλεκτρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ηλεκτρίσω
εσύνα ηλεκτρίσεις
αυτός/ή/όνα ηλεκτρίσει
εμείςνα ηλεκτρίσουμε
εσείςνα ηλεκτρίσετε
αυτοί/ές/άνα ηλεκτρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ηλεκτρίζω
εσύνα ηλεκτρίζεις
αυτός/ή/όνα ηλεκτρίζει
εμείςνα ηλεκτρίζουμε
εσείςνα ηλεκτρίζετε
αυτοί/ές/άνα ηλεκτρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ηλεκτρίσει
εσύνα έχεις ηλεκτρίσει
αυτός/ή/όνα έχει ηλεκτρίσει
εμείςνα έχουμε ηλεκτρίσει
εσείςνα έχετε ηλεκτρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ηλεκτρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ηλεκτρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ηλεκτρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ηλέκτριζα
εσύθα ηλέκτριζες
αυτός/ή/όθα ηλέκτριζε
εμείςθα ηλεκτρίζαμε
εσείςθα ηλεκτρίζατε
αυτοί/ές/άθα ηλέκτριζαν