BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζυγίζω

взвешивать

weigh

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζυγίζω
εσύζυγίζεις
αυτός/ή/όζυγίζει
εμείςζυγίζουμε
εσείςζυγίζετε
αυτοί/ές/άζυγίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζύγισα
εσύζύγισες
αυτός/ή/όζύγισε
εμείςζυγίσαμε
εσείςζυγίσατε
αυτοί/ές/άζύγισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζυγίσω
εσύθα ζυγίσεις
αυτός/ή/όθα ζυγίσει
εμείςθα ζυγίσουμε
εσείςθα ζυγίσετε
αυτοί/ές/άθα ζυγίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζύγιζα
εσύζύγιζες
αυτός/ή/όζύγιζε
εμείςζυγίζαμε
εσείςζυγίζατε
αυτοί/ές/άζύγιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζυγίζω
εσύθα ζυγίζεις
αυτός/ή/όθα ζυγίζει
εμείςθα ζυγίζουμε
εσείςθα ζυγίζετε
αυτοί/ές/άθα ζυγίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζυγίσει
εσύέχεις ζυγίσει
αυτός/ή/όέχει ζυγίσει
εμείςέχουμε ζυγίσει
εσείςέχετε ζυγίσει
αυτοί/ές/άέχουν ζυγίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζυγίσει
εσύείχες ζυγίσει
αυτός/ή/όείχε ζυγίσει
εμείςείχαμε ζυγίσει
εσείςείχατε ζυγίσει
αυτοί/ές/άείχαν ζυγίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζυγίσει
εσύθα έχεις ζυγίσει
αυτός/ή/όθα έχει ζυγίσει
εμείςθα έχουμε ζυγίσει
εσείςθα έχετε ζυγίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζυγίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζύγισε
εσείςζυγίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζύγιζε
εσείςζυγίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζυγίσω
εσύνα ζυγίσεις
αυτός/ή/όνα ζυγίσει
εμείςνα ζυγίσουμε
εσείςνα ζυγίσετε
αυτοί/ές/άνα ζυγίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζυγίζω
εσύνα ζυγίζεις
αυτός/ή/όνα ζυγίζει
εμείςνα ζυγίζουμε
εσείςνα ζυγίζετε
αυτοί/ές/άνα ζυγίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζυγίσει
εσύνα έχεις ζυγίσει
αυτός/ή/όνα έχει ζυγίσει
εμείςνα έχουμε ζυγίσει
εσείςνα έχετε ζυγίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζυγίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζυγίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζυγίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζύγιζα
εσύθα ζύγιζες
αυτός/ή/όθα ζύγιζε
εμείςθα ζυγίζαμε
εσείςθα ζυγίζατε
αυτοί/ές/άθα ζύγιζαν