BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εφοδιάζω

оснащать, снабжать

equip, provide

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεφοδιάζω
εσύεφοδιάζεις
αυτός/ή/όεφοδιάζει
εμείςεφοδιάζουμε
εσείςεφοδιάζετε
αυτοί/ές/άεφοδιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεφοδίασα
εσύεφοδίασες
αυτός/ή/όεφοδίασε
εμείςεφοδιάσαμε
εσείςεφοδιάσατε
αυτοί/ές/άεφοδίασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εφοδιάσω
εσύθα εφοδιάσεις
αυτός/ή/όθα εφοδιάσει
εμείςθα εφοδιάσουμε
εσείςθα εφοδιάσετε
αυτοί/ές/άθα εφοδιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεφοδίαζα
εσύεφοδίαζες
αυτός/ή/όεφοδίαζε
εμείςεφοδιάζαμε
εσείςεφοδιάζατε
αυτοί/ές/άεφοδίαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εφοδιάζω
εσύθα εφοδιάζεις
αυτός/ή/όθα εφοδιάζει
εμείςθα εφοδιάζουμε
εσείςθα εφοδιάζετε
αυτοί/ές/άθα εφοδιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εφοδιάσει
εσύέχεις εφοδιάσει
αυτός/ή/όέχει εφοδιάσει
εμείςέχουμε εφοδιάσει
εσείςέχετε εφοδιάσει
αυτοί/ές/άέχουν εφοδιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εφοδιάσει
εσύείχες εφοδιάσει
αυτός/ή/όείχε εφοδιάσει
εμείςείχαμε εφοδιάσει
εσείςείχατε εφοδιάσει
αυτοί/ές/άείχαν εφοδιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εφοδιάσει
εσύθα έχεις εφοδιάσει
αυτός/ή/όθα έχει εφοδιάσει
εμείςθα έχουμε εφοδιάσει
εσείςθα έχετε εφοδιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εφοδιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεφοδίασε
εσείςεφοδιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεφοδίαζε
εσείςεφοδιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εφοδιάσω
εσύνα εφοδιάσεις
αυτός/ή/όνα εφοδιάσει
εμείςνα εφοδιάσουμε
εσείςνα εφοδιάσετε
αυτοί/ές/άνα εφοδιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εφοδιάζω
εσύνα εφοδιάζεις
αυτός/ή/όνα εφοδιάζει
εμείςνα εφοδιάζουμε
εσείςνα εφοδιάζετε
αυτοί/ές/άνα εφοδιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εφοδιάσει
εσύνα έχεις εφοδιάσει
αυτός/ή/όνα έχει εφοδιάσει
εμείςνα έχουμε εφοδιάσει
εσείςνα έχετε εφοδιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εφοδιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εφοδιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εφοδιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εφοδίαζα
εσύθα εφοδίαζες
αυτός/ή/όθα εφοδίαζε
εμείςθα εφοδιάζαμε
εσείςθα εφοδιάζατε
αυτοί/ές/άθα εφοδίαζαν