BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ευνοώ

благоприятствовать, покровительствовать

favor

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώευνοώ
εσύευνοείς
αυτός/ή/όευνοεί
εμείςευνοούμε
εσείςευνοείτε
αυτοί/ές/άευνοούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώευνόησα
εσύευνόησες
αυτός/ή/όευνόησε
εμείςευνοήσαμε
εσείςευνοήσατε
αυτοί/ές/άευνόησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ευνοήσω
εσύθα ευνοήσεις
αυτός/ή/όθα ευνοήσει
εμείςθα ευνοήσουμε
εσείςθα ευνοήσετε
αυτοί/ές/άθα ευνοήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώευνοούσα
εσύευνοούσες
αυτός/ή/όευνοούσε
εμείςευνοούσαμε
εσείςευνοούσατε
αυτοί/ές/άευνοούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ευνοώ
εσύθα ευνοείς
αυτός/ή/όθα ευνοεί
εμείςθα ευνοούμε
εσείςθα ευνοείτε
αυτοί/ές/άθα ευνοούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ευνοήσει
εσύέχεις ευνοήσει
αυτός/ή/όέχει ευνοήσει
εμείςέχουμε ευνοήσει
εσείςέχετε ευνοήσει
αυτοί/ές/άέχουν ευνοήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ευνοήσει
εσύείχες ευνοήσει
αυτός/ή/όείχε ευνοήσει
εμείςείχαμε ευνοήσει
εσείςείχατε ευνοήσει
αυτοί/ές/άείχαν ευνοήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ευνοήσει
εσύθα έχεις ευνοήσει
αυτός/ή/όθα έχει ευνοήσει
εμείςθα έχουμε ευνοήσει
εσείςθα έχετε ευνοήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ευνοήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύευνόησε
εσείςευνοήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςευνοείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ευνοήσω
εσύνα ευνοήσεις
αυτός/ή/όνα ευνοήσει
εμείςνα ευνοήσουμε
εσείςνα ευνοήσετε
αυτοί/ές/άνα ευνοήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ευνοώ
εσύνα ευνοείς
αυτός/ή/όνα ευνοεί
εμείςνα ευνοούμε
εσείςνα ευνοείτε
αυτοί/ές/άνα ευνοούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ευνοήσει
εσύνα έχεις ευνοήσει
αυτός/ή/όνα έχει ευνοήσει
εμείςνα έχουμε ευνοήσει
εσείςνα έχετε ευνοήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ευνοήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ευνοήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ευνοώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ευνοούσα
εσύθα ευνοούσες
αυτός/ή/όθα ευνοούσε
εμείςθα ευνοούσαμε
εσείςθα ευνοούσατε
αυτοί/ές/άθα ευνοούσαν