BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ερευνάω, ερευνώ

расспрашивать, расследовать, исследовать

inquire, investigate, research

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώερευνάω, ερευνώ
εσύερευνάς
αυτός/ή/όερευνάει, ερευνά
εμείςερευνάμε, ερευνούμε
εσείςερευνάτε
αυτοί/ές/άερευνάνε, ερευνούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώερεύνησα
εσύερεύνησες
αυτός/ή/όερεύνησε
εμείςερευνήσαμε
εσείςερευνήσατε
αυτοί/ές/άερεύνησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ερευνήσω
εσύθα ερευνήσεις
αυτός/ή/όθα ερευνήσει
εμείςθα ερευνήσουμε
εσείςθα ερευνήσετε
αυτοί/ές/άθα ερευνήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώερευνούσα
εσύερευνούσες
αυτός/ή/όερευνούσε
εμείςερευνούσαμε
εσείςερευνούσατε
αυτοί/ές/άερευνούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ερευνάω, ερευνώ
εσύθα ερευνάς
αυτός/ή/όθα ερευνάει, ερευνά
εμείςθα ερευνάμε, ερευνούμε
εσείςθα ερευνάτε
αυτοί/ές/άθα ερευνάνε, ερευνούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ερευνήσει
εσύέχεις ερευνήσει
αυτός/ή/όέχει ερευνήσει
εμείςέχουμε ερευνήσει
εσείςέχετε ερευνήσει
αυτοί/ές/άέχουν ερευνήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ερευνήσει
εσύείχες ερευνήσει
αυτός/ή/όείχε ερευνήσει
εμείςείχαμε ερευνήσει
εσείςείχατε ερευνήσει
αυτοί/ές/άείχαν ερευνήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ερευνήσει
εσύθα έχεις ερευνήσει
αυτός/ή/όθα έχει ερευνήσει
εμείςθα έχουμε ερευνήσει
εσείςθα έχετε ερευνήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ερευνήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύερεύνησε
εσείςερευνήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύερεύνα
εσείςερευνάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ερευνήσω
εσύνα ερευνήσεις
αυτός/ή/όνα ερευνήσει
εμείςνα ερευνήσουμε
εσείςνα ερευνήσετε
αυτοί/ές/άνα ερευνήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ερευνάω, ερευνώ
εσύνα ερευνάς
αυτός/ή/όνα ερευνάει, ερευνά
εμείςνα ερευνάμε, ερευνούμε
εσείςνα ερευνάτε
αυτοί/ές/άνα ερευνάνε, ερευνούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ερευνήσει
εσύνα έχεις ερευνήσει
αυτός/ή/όνα έχει ερευνήσει
εμείςνα έχουμε ερευνήσει
εσείςνα έχετε ερευνήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ερευνήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ερευνήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ερευνώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ερευνούσα
εσύθα ερευνούσες
αυτός/ή/όθα ερευνούσε
εμείςθα ερευνούσαμε
εσείςθα ερευνούσατε
αυτοί/ές/άθα ερευνούσαν