BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εποπτεύω

наблюдать, контролировать

oversee, supervise

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεποπτεύω
εσύεποπτεύεις
αυτός/ή/όεποπτεύει
εμείςεποπτεύουμε
εσείςεποπτεύετε
αυτοί/ές/άεποπτεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπόπτευσα
εσύεπόπτευσες
αυτός/ή/όεπόπτευσε
εμείςεποπτεύσαμε
εσείςεποπτεύσατε
αυτοί/ές/άεπόπτευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εποπτεύσω
εσύθα εποπτεύσεις
αυτός/ή/όθα εποπτεύσει
εμείςθα εποπτεύσουμε
εσείςθα εποπτεύσετε
αυτοί/ές/άθα εποπτεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπόπτευα
εσύεπόπτευες
αυτός/ή/όεπόπτευε
εμείςεποπτεύαμε
εσείςεποπτεύατε
αυτοί/ές/άεπόπτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εποπτεύω
εσύθα εποπτεύεις
αυτός/ή/όθα εποπτεύει
εμείςθα εποπτεύουμε
εσείςθα εποπτεύετε
αυτοί/ές/άθα εποπτεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εποπτεύσει
εσύέχεις εποπτεύσει
αυτός/ή/όέχει εποπτεύσει
εμείςέχουμε εποπτεύσει
εσείςέχετε εποπτεύσει
αυτοί/ές/άέχουν εποπτεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εποπτεύσει
εσύείχες εποπτεύσει
αυτός/ή/όείχε εποπτεύσει
εμείςείχαμε εποπτεύσει
εσείςείχατε εποπτεύσει
αυτοί/ές/άείχαν εποπτεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εποπτεύσει
εσύθα έχεις εποπτεύσει
αυτός/ή/όθα έχει εποπτεύσει
εμείςθα έχουμε εποπτεύσει
εσείςθα έχετε εποπτεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εποπτεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπόπτευσε
εσείςεποπτεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεπόπτευε
εσείςεποπτεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εποπτεύσω
εσύνα εποπτεύσεις
αυτός/ή/όνα εποπτεύσει
εμείςνα εποπτεύσουμε
εσείςνα εποπτεύσετε
αυτοί/ές/άνα εποπτεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εποπτεύω
εσύνα εποπτεύεις
αυτός/ή/όνα εποπτεύει
εμείςνα εποπτεύουμε
εσείςνα εποπτεύετε
αυτοί/ές/άνα εποπτεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εποπτεύσει
εσύνα έχεις εποπτεύσει
αυτός/ή/όνα έχει εποπτεύσει
εμείςνα έχουμε εποπτεύσει
εσείςνα έχετε εποπτεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εποπτεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εποπτεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εποπτεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επόπτευα
εσύθα επόπτευες
αυτός/ή/όθα επόπτευε
εμείςθα εποπτεύαμε
εσείςθα εποπτεύατε
αυτοί/ές/άθα επόπτευαν