BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

επικυρώνομαι

быть ратифицированным, быть санкционированным

be ratified, sanctioned

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπικυρώνομαι
εσύεπικυρώνεσαι
αυτός/ή/όεπικυρώνεται
εμείςεπικυρωνόμαστε
εσείςεπικυρώνεστε
αυτοί/ές/άεπικυρώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπικυρώθηκα
εσύεπικυρώθηκες
αυτός/ή/όεπικυρώθηκε
εμείςεπικυρωθήκαμε
εσείςεπικυρωθήκατε
αυτοί/ές/άεπικυρώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επικυρωθώ
εσύθα επικυρωθείς
αυτός/ή/όθα επικυρωθεί
εμείςθα επικυρωθούμε
εσείςθα επικυρωθείτε
αυτοί/ές/άθα επικυρωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπικυρωνόμουν
εσύεπικυρωνόσουν
αυτός/ή/όεπικυρωνόταν
εμείςεπικυρωνόμαστε
εσείςεπικυρωνόσαστε
αυτοί/ές/άεπικυρώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επικυρώνομαι
εσύθα επικυρώνεσαι
αυτός/ή/όθα επικυρώνεται
εμείςθα επικυρωνόμαστε
εσείςθα επικυρώνεστε
αυτοί/ές/άθα επικυρώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επικυρωθεί
εσύέχεις επικυρωθεί
αυτός/ή/όέχει επικυρωθεί
εμείςέχουμε επικυρωθεί
εσείςέχετε επικυρωθεί
αυτοί/ές/άέχουν επικυρωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επικυρωθεί
εσύείχες επικυρωθεί
αυτός/ή/όείχε επικυρωθεί
εμείςείχαμε επικυρωθεί
εσείςείχατε επικυρωθεί
αυτοί/ές/άείχαν επικυρωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επικυρωθεί
εσύθα έχεις επικυρωθεί
αυτός/ή/όθα έχει επικυρωθεί
εμείςθα έχουμε επικυρωθεί
εσείςθα έχετε επικυρωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν επικυρωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπικυρώσου
εσείςεπικυρωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεπικυρώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επικυρωθώ
εσύνα επικυρωθείς
αυτός/ή/όνα επικυρωθεί
εμείςνα επικυρωθούμε
εσείςνα επικυρωθείτε
αυτοί/ές/άνα επικυρωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επικυρώνομαι
εσύνα επικυρώνεσαι
αυτός/ή/όνα επικυρώνεται
εμείςνα επικυρωνόμαστε
εσείςνα επικυρώνεστε
αυτοί/ές/άνα επικυρώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επικυρωθεί
εσύνα έχεις επικυρωθεί
αυτός/ή/όνα έχει επικυρωθεί
εμείςνα έχουμε επικυρωθεί
εσείςνα έχετε επικυρωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν επικυρωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επικυρωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επικυρωθώ
εσύθα επικυρωθείς
αυτός/ή/όθα επικυρωθεί
εμείςθα επικυρωθούμε
εσείςθα επικυρωθείτε
αυτοί/ές/άθα επικυρωθούν