BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

επιδιορθώνω

чинить, ремонтировать

mend, repair

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπιδιορθώνω
εσύεπιδιορθώνεις
αυτός/ή/όεπιδιορθώνει
εμείςεπιδιορθώνουμε
εσείςεπιδιορθώνετε
αυτοί/ές/άεπιδιορθώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπιδιόρθωσα
εσύεπιδιόρθωσες
αυτός/ή/όεπιδιόρθωσε
εμείςεπιδιορθώσαμε
εσείςεπιδιορθώσατε
αυτοί/ές/άεπιδιόρθωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επιδιορθώσω
εσύθα επιδιορθώσεις
αυτός/ή/όθα επιδιορθώσει
εμείςθα επιδιορθώσουμε
εσείςθα επιδιορθώσετε
αυτοί/ές/άθα επιδιορθώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπιδιόρθωνα
εσύεπιδιόρθωνες
αυτός/ή/όεπιδιόρθωνε
εμείςεπιδιορθώναμε
εσείςεπιδιορθώνατε
αυτοί/ές/άεπιδιόρθωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επιδιορθώνω
εσύθα επιδιορθώνεις
αυτός/ή/όθα επιδιορθώνει
εμείςθα επιδιορθώνουμε
εσείςθα επιδιορθώνετε
αυτοί/ές/άθα επιδιορθώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επιδιορθώσει
εσύέχεις επιδιορθώσει
αυτός/ή/όέχει επιδιορθώσει
εμείςέχουμε επιδιορθώσει
εσείςέχετε επιδιορθώσει
αυτοί/ές/άέχουν επιδιορθώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επιδιορθώσει
εσύείχες επιδιορθώσει
αυτός/ή/όείχε επιδιορθώσει
εμείςείχαμε επιδιορθώσει
εσείςείχατε επιδιορθώσει
αυτοί/ές/άείχαν επιδιορθώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επιδιορθώσει
εσύθα έχεις επιδιορθώσει
αυτός/ή/όθα έχει επιδιορθώσει
εμείςθα έχουμε επιδιορθώσει
εσείςθα έχετε επιδιορθώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν επιδιορθώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπιδιόρθωσε
εσείςεπιδιορθώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεπιδιόρθωνε
εσείςεπιδιορθώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επιδιορθώσω
εσύνα επιδιορθώσεις
αυτός/ή/όνα επιδιορθώσει
εμείςνα επιδιορθώσουμε
εσείςνα επιδιορθώσετε
αυτοί/ές/άνα επιδιορθώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επιδιορθώνω
εσύνα επιδιορθώνεις
αυτός/ή/όνα επιδιορθώνει
εμείςνα επιδιορθώνουμε
εσείςνα επιδιορθώνετε
αυτοί/ές/άνα επιδιορθώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επιδιορθώσει
εσύνα έχεις επιδιορθώσει
αυτός/ή/όνα έχει επιδιορθώσει
εμείςνα έχουμε επιδιορθώσει
εσείςνα έχετε επιδιορθώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν επιδιορθώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επιδιορθώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

επιδιορθώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επιδιόρθωνα
εσύθα επιδιόρθωνες
αυτός/ή/όθα επιδιόρθωνε
εμείςθα επιδιορθώναμε
εσείςθα επιδιορθώνατε
αυτοί/ές/άθα επιδιόρθωναν