BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

επηρεάζομαι

подвергаться воздействию, подвергаться влиянию

be affected, influenced

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπηρεάζομαι
εσύεπηρεάζεσαι
αυτός/ή/όεπηρεάζεται
εμείςεπηρεαζόμαστε
εσείςεπηρεάζεστε
αυτοί/ές/άεπηρεάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπηρεάστηκα
εσύεπηρεάστηκες
αυτός/ή/όεπηρεάστηκε
εμείςεπηρεαστήκαμε
εσείςεπηρεαστήκατε
αυτοί/ές/άεπηρεάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επηρεαστώ
εσύθα επηρεαστείς
αυτός/ή/όθα επηρεαστεί
εμείςθα επηρεαστούμε
εσείςθα επηρεαστείτε
αυτοί/ές/άθα επηρεαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπηρεαζόμουν
εσύεπηρεαζόσουν
αυτός/ή/όεπηρεαζόταν
εμείςεπηρεαζόμαστε
εσείςεπηρεαζόσαστε
αυτοί/ές/άεπηρεάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επηρεάζομαι
εσύθα επηρεάζεσαι
αυτός/ή/όθα επηρεάζεται
εμείςθα επηρεαζόμαστε
εσείςθα επηρεάζεστε
αυτοί/ές/άθα επηρεάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επηρεαστεί
εσύέχεις επηρεαστεί
αυτός/ή/όέχει επηρεαστεί
εμείςέχουμε επηρεαστεί
εσείςέχετε επηρεαστεί
αυτοί/ές/άέχουν επηρεαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επηρεαστεί
εσύείχες επηρεαστεί
αυτός/ή/όείχε επηρεαστεί
εμείςείχαμε επηρεαστεί
εσείςείχατε επηρεαστεί
αυτοί/ές/άείχαν επηρεαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επηρεαστεί
εσύθα έχεις επηρεαστεί
αυτός/ή/όθα έχει επηρεαστεί
εμείςθα έχουμε επηρεαστεί
εσείςθα έχετε επηρεαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν επηρεαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπηρεάσου
εσείςεπηρεαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεπηρεάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επηρεαστώ
εσύνα επηρεαστείς
αυτός/ή/όνα επηρεαστεί
εμείςνα επηρεαστούμε
εσείςνα επηρεαστείτε
αυτοί/ές/άνα επηρεαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επηρεάζομαι
εσύνα επηρεάζεσαι
αυτός/ή/όνα επηρεάζεται
εμείςνα επηρεαζόμαστε
εσείςνα επηρεάζεστε
αυτοί/ές/άνα επηρεάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επηρεαστεί
εσύνα έχεις επηρεαστεί
αυτός/ή/όνα έχει επηρεαστεί
εμείςνα έχουμε επηρεαστεί
εσείςνα έχετε επηρεαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν επηρεαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επηρεαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επηρεαστώ
εσύθα επηρεαστείς
αυτός/ή/όθα επηρεαστεί
εμείςθα επηρεαστούμε
εσείςθα επηρεαστείτε
αυτοί/ές/άθα επηρεαστούν