BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

επαργυρώνω

серебрить

silver-plate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπαργυρώνω
εσύεπαργυρώνεις
αυτός/ή/όεπαργυρώνει
εμείςεπαργυρώνουμε
εσείςεπαργυρώνετε
αυτοί/ές/άεπαργυρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπαργύρωσα
εσύεπαργύρωσες
αυτός/ή/όεπαργύρωσε
εμείςεπαργυρώσαμε
εσείςεπαργυρώσατε
αυτοί/ές/άεπαργύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επαργυρώσω
εσύθα επαργυρώσεις
αυτός/ή/όθα επαργυρώσει
εμείςθα επαργυρώσουμε
εσείςθα επαργυρώσετε
αυτοί/ές/άθα επαργυρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπαργύρωνα
εσύεπαργύρωνες
αυτός/ή/όεπαργύρωνε
εμείςεπαργυρώναμε
εσείςεπαργυρώνατε
αυτοί/ές/άεπαργύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επαργυρώνω
εσύθα επαργυρώνεις
αυτός/ή/όθα επαργυρώνει
εμείςθα επαργυρώνουμε
εσείςθα επαργυρώνετε
αυτοί/ές/άθα επαργυρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επαργυρώσει
εσύέχεις επαργυρώσει
αυτός/ή/όέχει επαργυρώσει
εμείςέχουμε επαργυρώσει
εσείςέχετε επαργυρώσει
αυτοί/ές/άέχουν επαργυρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επαργυρώσει
εσύείχες επαργυρώσει
αυτός/ή/όείχε επαργυρώσει
εμείςείχαμε επαργυρώσει
εσείςείχατε επαργυρώσει
αυτοί/ές/άείχαν επαργυρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επαργυρώσει
εσύθα έχεις επαργυρώσει
αυτός/ή/όθα έχει επαργυρώσει
εμείςθα έχουμε επαργυρώσει
εσείςθα έχετε επαργυρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν επαργυρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπαργύρωσε
εσείςεπαργυρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεπαργύρωνε
εσείςεπαργυρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επαργυρώσω
εσύνα επαργυρώσεις
αυτός/ή/όνα επαργυρώσει
εμείςνα επαργυρώσουμε
εσείςνα επαργυρώσετε
αυτοί/ές/άνα επαργυρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επαργυρώνω
εσύνα επαργυρώνεις
αυτός/ή/όνα επαργυρώνει
εμείςνα επαργυρώνουμε
εσείςνα επαργυρώνετε
αυτοί/ές/άνα επαργυρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επαργυρώσει
εσύνα έχεις επαργυρώσει
αυτός/ή/όνα έχει επαργυρώσει
εμείςνα έχουμε επαργυρώσει
εσείςνα έχετε επαργυρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν επαργυρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επαργυρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

επαργυρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επαργύρωνα
εσύθα επαργύρωνες
αυτός/ή/όθα επαργύρωνε
εμείςθα επαργυρώναμε
εσείςθα επαργυρώνατε
αυτοί/ές/άθα επαργύρωναν