BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

επαναστατώ

восставать, бунтовать

revolt, rebel

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπαναστατώ
εσύεπαναστατείς
αυτός/ή/όεπαναστατεί
εμείςεπαναστατούμε
εσείςεπαναστατείτε
αυτοί/ές/άεπαναστατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπαναστάτησα
εσύεπαναστάτησες
αυτός/ή/όεπαναστάτησε
εμείςεπαναστατήσαμε
εσείςεπαναστατήσατε
αυτοί/ές/άεπαναστάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επαναστατήσω
εσύθα επαναστατήσεις
αυτός/ή/όθα επαναστατήσει
εμείςθα επαναστατήσουμε
εσείςθα επαναστατήσετε
αυτοί/ές/άθα επαναστατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπαναστατούσα
εσύεπαναστατούσες
αυτός/ή/όεπαναστατούσε
εμείςεπαναστατούσαμε
εσείςεπαναστατούσατε
αυτοί/ές/άεπαναστατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επαναστατώ
εσύθα επαναστατείς
αυτός/ή/όθα επαναστατεί
εμείςθα επαναστατούμε
εσείςθα επαναστατείτε
αυτοί/ές/άθα επαναστατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επαναστατήσει
εσύέχεις επαναστατήσει
αυτός/ή/όέχει επαναστατήσει
εμείςέχουμε επαναστατήσει
εσείςέχετε επαναστατήσει
αυτοί/ές/άέχουν επαναστατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επαναστατήσει
εσύείχες επαναστατήσει
αυτός/ή/όείχε επαναστατήσει
εμείςείχαμε επαναστατήσει
εσείςείχατε επαναστατήσει
αυτοί/ές/άείχαν επαναστατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επαναστατήσει
εσύθα έχεις επαναστατήσει
αυτός/ή/όθα έχει επαναστατήσει
εμείςθα έχουμε επαναστατήσει
εσείςθα έχετε επαναστατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν επαναστατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπαναστάτησε
εσείςεπαναστατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεπαναστατείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επαναστατήσω
εσύνα επαναστατήσεις
αυτός/ή/όνα επαναστατήσει
εμείςνα επαναστατήσουμε
εσείςνα επαναστατήσετε
αυτοί/ές/άνα επαναστατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επαναστατώ
εσύνα επαναστατείς
αυτός/ή/όνα επαναστατεί
εμείςνα επαναστατούμε
εσείςνα επαναστατείτε
αυτοί/ές/άνα επαναστατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επαναστατήσει
εσύνα έχεις επαναστατήσει
αυτός/ή/όνα έχει επαναστατήσει
εμείςνα έχουμε επαναστατήσει
εσείςνα έχετε επαναστατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν επαναστατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επαναστατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

επαναστατώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

επαναστατημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επαναστατούσα
εσύθα επαναστατούσες
αυτός/ή/όθα επαναστατούσε
εμείςθα επαναστατούσαμε
εσείςθα επαναστατούσατε
αυτοί/ές/άθα επαναστατούσαν