BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

επαναλαμβάνομαι

повторяться

repeat oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπαναλαμβάνομαι
εσύεπαναλαμβάνεσαι
αυτός/ή/όεπαναλαμβάνεται
εμείςεπαναλαμβανόμαστε
εσείςεπαναλαμβάνεστε
αυτοί/ές/άεπαναλαμβάνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπαναλήφθηκα
εσύεπαναλήφθηκες
αυτός/ή/όεπαναλήφθηκε
εμείςεπαναληφθήκαμε
εσείςεπαναληφθήκατε
αυτοί/ές/άεπαναλήφθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επαναληφθώ
εσύθα επαναληφθείς
αυτός/ή/όθα επαναληφθεί
εμείςθα επαναληφθούμε
εσείςθα επαναληφθείτε
αυτοί/ές/άθα επαναληφθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπαναλαμβανόμουν
εσύεπαναλαμβανόσουν
αυτός/ή/όεπαναλαμβανόταν
εμείςεπαναλαμβανόμαστε
εσείςεπαναλαμβανόσαστε
αυτοί/ές/άεπαναλαμβάνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επαναλαμβάνομαι
εσύθα επαναλαμβάνεσαι
αυτός/ή/όθα επαναλαμβάνεται
εμείςθα επαναλαμβανόμαστε
εσείςθα επαναλαμβάνεστε
αυτοί/ές/άθα επαναλαμβάνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επαναληφθεί
εσύέχεις επαναληφθεί
αυτός/ή/όέχει επαναληφθεί
εμείςέχουμε επαναληφθεί
εσείςέχετε επαναληφθεί
αυτοί/ές/άέχουν επαναληφθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επαναληφθεί
εσύείχες επαναληφθεί
αυτός/ή/όείχε επαναληφθεί
εμείςείχαμε επαναληφθεί
εσείςείχατε επαναληφθεί
αυτοί/ές/άείχαν επαναληφθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επαναληφθεί
εσύθα έχεις επαναληφθεί
αυτός/ή/όθα έχει επαναληφθεί
εμείςθα έχουμε επαναληφθεί
εσείςθα έχετε επαναληφθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν επαναληφθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσείςεπαναληφθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεπαναλαμβάνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επαναληφθώ
εσύνα επαναληφθείς
αυτός/ή/όνα επαναληφθεί
εμείςνα επαναληφθούμε
εσείςνα επαναληφθείτε
αυτοί/ές/άνα επαναληφθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επαναλαμβάνομαι
εσύνα επαναλαμβάνεσαι
αυτός/ή/όνα επαναλαμβάνεται
εμείςνα επαναλαμβανόμαστε
εσείςνα επαναλαμβάνεστε
αυτοί/ές/άνα επαναλαμβάνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επαναληφθεί
εσύνα έχεις επαναληφθεί
αυτός/ή/όνα έχει επαναληφθεί
εμείςνα έχουμε επαναληφθεί
εσείςνα έχετε επαναληφθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν επαναληφθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επαναληφθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επαναληφθώ
εσύθα επαναληφθείς
αυτός/ή/όθα επαναληφθεί
εμείςθα επαναληφθούμε
εσείςθα επαναληφθείτε
αυτοί/ές/άθα επαναληφθούν