BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξωτερικεύομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξωτερικεύομαι
εσύεξωτερικεύεσαι
αυτός/ή/όεξωτερικεύεται
εμείςεξωτερικευόμαστε
εσείςεξωτερικεύεστε
αυτοί/ές/άεξωτερικεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξωτερικεύτηκα
εσύεξωτερικεύτηκες
αυτός/ή/όεξωτερικεύτηκε
εμείςεξωτερικευτήκαμε
εσείςεξωτερικευτήκατε
αυτοί/ές/άεξωτερικεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξωτερικευτώ
εσύθα εξωτερικευτείς
αυτός/ή/όθα εξωτερικευτεί
εμείςθα εξωτερικευτούμε
εσείςθα εξωτερικευτείτε
αυτοί/ές/άθα εξωτερικευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξωτερικευόμουν
εσύεξωτερικευόσουν
αυτός/ή/όεξωτερικευόταν
εμείςεξωτερικευόμαστε
εσείςεξωτερικευόσαστε
αυτοί/ές/άεξωτερικεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξωτερικεύομαι
εσύθα εξωτερικεύεσαι
αυτός/ή/όθα εξωτερικεύεται
εμείςθα εξωτερικευόμαστε
εσείςθα εξωτερικεύεστε
αυτοί/ές/άθα εξωτερικεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξωτερικευτεί
εσύέχεις εξωτερικευτεί
αυτός/ή/όέχει εξωτερικευτεί
εμείςέχουμε εξωτερικευτεί
εσείςέχετε εξωτερικευτεί
αυτοί/ές/άέχουν εξωτερικευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξωτερικευτεί
εσύείχες εξωτερικευτεί
αυτός/ή/όείχε εξωτερικευτεί
εμείςείχαμε εξωτερικευτεί
εσείςείχατε εξωτερικευτεί
αυτοί/ές/άείχαν εξωτερικευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξωτερικευτεί
εσύθα έχεις εξωτερικευτεί
αυτός/ή/όθα έχει εξωτερικευτεί
εμείςθα έχουμε εξωτερικευτεί
εσείςθα έχετε εξωτερικευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εξωτερικευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξωτερικεύσου
εσείςεξωτερικευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξωτερικεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξωτερικευτώ
εσύνα εξωτερικευτείς
αυτός/ή/όνα εξωτερικευτεί
εμείςνα εξωτερικευτούμε
εσείςνα εξωτερικευτείτε
αυτοί/ές/άνα εξωτερικευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξωτερικεύομαι
εσύνα εξωτερικεύεσαι
αυτός/ή/όνα εξωτερικεύεται
εμείςνα εξωτερικευόμαστε
εσείςνα εξωτερικεύεστε
αυτοί/ές/άνα εξωτερικεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξωτερικευτεί
εσύνα έχεις εξωτερικευτεί
αυτός/ή/όνα έχει εξωτερικευτεί
εμείςνα έχουμε εξωτερικευτεί
εσείςνα έχετε εξωτερικευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εξωτερικευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξωτερικευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξωτερικευτώ
εσύθα εξωτερικευτείς
αυτός/ή/όθα εξωτερικευτεί
εμείςθα εξωτερικευτούμε
εσείςθα εξωτερικευτείτε
αυτοί/ές/άθα εξωτερικευτούν