BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξοπλίζομαι

быть вооружённым, быть оснащённым

be armed, equipped

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξοπλίζομαι
εσύεξοπλίζεσαι
αυτός/ή/όεξοπλίζεται
εμείςεξοπλιζόμαστε
εσείςεξοπλίζεστε
αυτοί/ές/άεξοπλίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξοπλίστηκα
εσύεξοπλίστηκες
αυτός/ή/όεξοπλίστηκε
εμείςεξοπλιστήκαμε
εσείςεξοπλιστήκατε
αυτοί/ές/άεξοπλίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξοπλιστώ
εσύθα εξοπλιστείς
αυτός/ή/όθα εξοπλιστεί
εμείςθα εξοπλιστούμε
εσείςθα εξοπλιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξοπλιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξοπλιζόμουν
εσύεξοπλιζόσουν
αυτός/ή/όεξοπλιζόταν
εμείςεξοπλιζόμαστε
εσείςεξοπλιζόσαστε
αυτοί/ές/άεξοπλίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξοπλίζομαι
εσύθα εξοπλίζεσαι
αυτός/ή/όθα εξοπλίζεται
εμείςθα εξοπλιζόμαστε
εσείςθα εξοπλίζεστε
αυτοί/ές/άθα εξοπλίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξοπλιστεί
εσύέχεις εξοπλιστεί
αυτός/ή/όέχει εξοπλιστεί
εμείςέχουμε εξοπλιστεί
εσείςέχετε εξοπλιστεί
αυτοί/ές/άέχουν εξοπλιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξοπλιστεί
εσύείχες εξοπλιστεί
αυτός/ή/όείχε εξοπλιστεί
εμείςείχαμε εξοπλιστεί
εσείςείχατε εξοπλιστεί
αυτοί/ές/άείχαν εξοπλιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξοπλιστεί
εσύθα έχεις εξοπλιστεί
αυτός/ή/όθα έχει εξοπλιστεί
εμείςθα έχουμε εξοπλιστεί
εσείςθα έχετε εξοπλιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εξοπλιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξοπλίσου
εσείςεξοπλιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξοπλίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξοπλιστώ
εσύνα εξοπλιστείς
αυτός/ή/όνα εξοπλιστεί
εμείςνα εξοπλιστούμε
εσείςνα εξοπλιστείτε
αυτοί/ές/άνα εξοπλιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξοπλίζομαι
εσύνα εξοπλίζεσαι
αυτός/ή/όνα εξοπλίζεται
εμείςνα εξοπλιζόμαστε
εσείςνα εξοπλίζεστε
αυτοί/ές/άνα εξοπλίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξοπλιστεί
εσύνα έχεις εξοπλιστεί
αυτός/ή/όνα έχει εξοπλιστεί
εμείςνα έχουμε εξοπλιστεί
εσείςνα έχετε εξοπλιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εξοπλιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξοπλιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξοπλιστώ
εσύθα εξοπλιστείς
αυτός/ή/όθα εξοπλιστεί
εμείςθα εξοπλιστούμε
εσείςθα εξοπλιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξοπλιστούν