BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξοικονομώ

сберегать, щадить, экономить

save, spare, economize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξοικονομώ
εσύεξοικονομείς
αυτός/ή/όεξοικονομεί
εμείςεξοικονομούμε
εσείςεξοικονομείτε
αυτοί/ές/άεξοικονομούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξοικονόμησα
εσύεξοικονόμησες
αυτός/ή/όεξοικονόμησε
εμείςεξοικονομήσαμε
εσείςεξοικονομήσατε
αυτοί/ές/άεξοικονόμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξοικονομήσω
εσύθα εξοικονομήσεις
αυτός/ή/όθα εξοικονομήσει
εμείςθα εξοικονομήσουμε
εσείςθα εξοικονομήσετε
αυτοί/ές/άθα εξοικονομήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξοικονομούσα
εσύεξοικονομούσες
αυτός/ή/όεξοικονομούσε
εμείςεξοικονομούσαμε
εσείςεξοικονομούσατε
αυτοί/ές/άεξοικονομούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξοικονομώ
εσύθα εξοικονομείς
αυτός/ή/όθα εξοικονομεί
εμείςθα εξοικονομούμε
εσείςθα εξοικονομείτε
αυτοί/ές/άθα εξοικονομούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξοικονομήσει
εσύέχεις εξοικονομήσει
αυτός/ή/όέχει εξοικονομήσει
εμείςέχουμε εξοικονομήσει
εσείςέχετε εξοικονομήσει
αυτοί/ές/άέχουν εξοικονομήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξοικονομήσει
εσύείχες εξοικονομήσει
αυτός/ή/όείχε εξοικονομήσει
εμείςείχαμε εξοικονομήσει
εσείςείχατε εξοικονομήσει
αυτοί/ές/άείχαν εξοικονομήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξοικονομήσει
εσύθα έχεις εξοικονομήσει
αυτός/ή/όθα έχει εξοικονομήσει
εμείςθα έχουμε εξοικονομήσει
εσείςθα έχετε εξοικονομήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εξοικονομήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξοικονόμησε
εσείςεξοικονομήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξοικονομείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξοικονομήσω
εσύνα εξοικονομήσεις
αυτός/ή/όνα εξοικονομήσει
εμείςνα εξοικονομήσουμε
εσείςνα εξοικονομήσετε
αυτοί/ές/άνα εξοικονομήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξοικονομώ
εσύνα εξοικονομείς
αυτός/ή/όνα εξοικονομεί
εμείςνα εξοικονομούμε
εσείςνα εξοικονομείτε
αυτοί/ές/άνα εξοικονομούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξοικονομήσει
εσύνα έχεις εξοικονομήσει
αυτός/ή/όνα έχει εξοικονομήσει
εμείςνα έχουμε εξοικονομήσει
εσείςνα έχετε εξοικονομήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εξοικονομήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξοικονομήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εξοικονομώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξοικονομούσα
εσύθα εξοικονομούσες
αυτός/ή/όθα εξοικονομούσε
εμείςθα εξοικονομούσαμε
εσείςθα εξοικονομούσατε
αυτοί/ές/άθα εξοικονομούσαν