BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

εξευγενίζομαι

становиться утончённым

become refined

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξευγενίζομαι
εσύεξευγενίζεσαι
αυτός/ή/όεξευγενίζεται
εμείςεξευγενιζόμαστε
εσείςεξευγενίζεστε
αυτοί/ές/άεξευγενίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξευγενίστηκα
εσύεξευγενίστηκες
αυτός/ή/όεξευγενίστηκε
εμείςεξευγενιστήκαμε
εσείςεξευγενιστήκατε
αυτοί/ές/άεξευγενίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξευγενιστώ
εσύθα εξευγενιστείς
αυτός/ή/όθα εξευγενιστεί
εμείςθα εξευγενιστούμε
εσείςθα εξευγενιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξευγενιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξευγενιζόμουν
εσύεξευγενιζόσουν
αυτός/ή/όεξευγενιζόταν
εμείςεξευγενιζόμαστε
εσείςεξευγενιζόσαστε
αυτοί/ές/άεξευγενίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξευγενίζομαι
εσύθα εξευγενίζεσαι
αυτός/ή/όθα εξευγενίζεται
εμείςθα εξευγενιζόμαστε
εσείςθα εξευγενίζεστε
αυτοί/ές/άθα εξευγενίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξευγενιστεί
εσύέχεις εξευγενιστεί
αυτός/ή/όέχει εξευγενιστεί
εμείςέχουμε εξευγενιστεί
εσείςέχετε εξευγενιστεί
αυτοί/ές/άέχουν εξευγενιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξευγενιστεί
εσύείχες εξευγενιστεί
αυτός/ή/όείχε εξευγενιστεί
εμείςείχαμε εξευγενιστεί
εσείςείχατε εξευγενιστεί
αυτοί/ές/άείχαν εξευγενιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξευγενιστεί
εσύθα έχεις εξευγενιστεί
αυτός/ή/όθα έχει εξευγενιστεί
εμείςθα έχουμε εξευγενιστεί
εσείςθα έχετε εξευγενιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εξευγενιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξευγενίσου
εσείςεξευγενιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξευγενίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξευγενιστώ
εσύνα εξευγενιστείς
αυτός/ή/όνα εξευγενιστεί
εμείςνα εξευγενιστούμε
εσείςνα εξευγενιστείτε
αυτοί/ές/άνα εξευγενιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξευγενίζομαι
εσύνα εξευγενίζεσαι
αυτός/ή/όνα εξευγενίζεται
εμείςνα εξευγενιζόμαστε
εσείςνα εξευγενίζεστε
αυτοί/ές/άνα εξευγενίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξευγενιστεί
εσύνα έχεις εξευγενιστεί
αυτός/ή/όνα έχει εξευγενιστεί
εμείςνα έχουμε εξευγενιστεί
εσείςνα έχετε εξευγενιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εξευγενιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξευγενιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξευγενιστώ
εσύθα εξευγενιστείς
αυτός/ή/όθα εξευγενιστεί
εμείςθα εξευγενιστούμε
εσείςθα εξευγενιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξευγενιστούν