BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξετάζω

исследовать, экзаменовать

examine

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξετάζω
εσύεξετάζεις
αυτός/ή/όεξετάζει
εμείςεξετάζουμε
εσείςεξετάζετε
αυτοί/ές/άεξετάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξέτασα
εσύεξέτασες
αυτός/ή/όεξέτασε
εμείςεξετάσαμε
εσείςεξετάσατε
αυτοί/ές/άεξέτασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξετάσω
εσύθα εξετάσεις
αυτός/ή/όθα εξετάσει
εμείςθα εξετάσουμε
εσείςθα εξετάσετε
αυτοί/ές/άθα εξετάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξέταζα
εσύεξέταζες
αυτός/ή/όεξέταζε
εμείςεξετάζαμε
εσείςεξετάζατε
αυτοί/ές/άεξέταζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξετάζω
εσύθα εξετάζεις
αυτός/ή/όθα εξετάζει
εμείςθα εξετάζουμε
εσείςθα εξετάζετε
αυτοί/ές/άθα εξετάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξετάσει
εσύέχεις εξετάσει
αυτός/ή/όέχει εξετάσει
εμείςέχουμε εξετάσει
εσείςέχετε εξετάσει
αυτοί/ές/άέχουν εξετάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξετάσει
εσύείχες εξετάσει
αυτός/ή/όείχε εξετάσει
εμείςείχαμε εξετάσει
εσείςείχατε εξετάσει
αυτοί/ές/άείχαν εξετάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξετάσει
εσύθα έχεις εξετάσει
αυτός/ή/όθα έχει εξετάσει
εμείςθα έχουμε εξετάσει
εσείςθα έχετε εξετάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εξετάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξέτασε
εσείςεξετάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεξέταζε
εσείςεξετάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξετάσω
εσύνα εξετάσεις
αυτός/ή/όνα εξετάσει
εμείςνα εξετάσουμε
εσείςνα εξετάσετε
αυτοί/ές/άνα εξετάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξετάζω
εσύνα εξετάζεις
αυτός/ή/όνα εξετάζει
εμείςνα εξετάζουμε
εσείςνα εξετάζετε
αυτοί/ές/άνα εξετάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξετάσει
εσύνα έχεις εξετάσει
αυτός/ή/όνα έχει εξετάσει
εμείςνα έχουμε εξετάσει
εσείςνα έχετε εξετάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εξετάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξετάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εξετάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξέταζα
εσύθα εξέταζες
αυτός/ή/όθα εξέταζε
εμείςθα εξετάζαμε
εσείςθα εξετάζατε
αυτοί/ές/άθα εξέταζαν