BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ενοικιάζομαι

сдаваться в аренду, арендоваться

be rented

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώενοικιάζομαι
εσύενοικιάζεσαι
αυτός/ή/όενοικιάζεται
εμείςενοικιαζόμαστε
εσείςενοικιάζεστε
αυτοί/ές/άενοικιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώενοικιάστηκα
εσύενοικιάστηκες
αυτός/ή/όενοικιάστηκε
εμείςενοικιαστήκαμε
εσείςενοικιαστήκατε
αυτοί/ές/άενοικιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ενοικιαστώ
εσύθα ενοικιαστείς
αυτός/ή/όθα ενοικιαστεί
εμείςθα ενοικιαστούμε
εσείςθα ενοικιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ενοικιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώενοικιαζόμουν
εσύενοικιαζόσουν
αυτός/ή/όενοικιαζόταν
εμείςενοικιαζόμαστε
εσείςενοικιαζόσαστε
αυτοί/ές/άενοικιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ενοικιάζομαι
εσύθα ενοικιάζεσαι
αυτός/ή/όθα ενοικιάζεται
εμείςθα ενοικιαζόμαστε
εσείςθα ενοικιάζεστε
αυτοί/ές/άθα ενοικιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ενοικιαστεί
εσύέχεις ενοικιαστεί
αυτός/ή/όέχει ενοικιαστεί
εμείςέχουμε ενοικιαστεί
εσείςέχετε ενοικιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν ενοικιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ενοικιαστεί
εσύείχες ενοικιαστεί
αυτός/ή/όείχε ενοικιαστεί
εμείςείχαμε ενοικιαστεί
εσείςείχατε ενοικιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν ενοικιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ενοικιαστεί
εσύθα έχεις ενοικιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει ενοικιαστεί
εμείςθα έχουμε ενοικιαστεί
εσείςθα έχετε ενοικιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ενοικιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύενοικιάσου
εσείςενοικιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςενοικιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ενοικιαστώ
εσύνα ενοικιαστείς
αυτός/ή/όνα ενοικιαστεί
εμείςνα ενοικιαστούμε
εσείςνα ενοικιαστείτε
αυτοί/ές/άνα ενοικιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ενοικιάζομαι
εσύνα ενοικιάζεσαι
αυτός/ή/όνα ενοικιάζεται
εμείςνα ενοικιαζόμαστε
εσείςνα ενοικιάζεστε
αυτοί/ές/άνα ενοικιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ενοικιαστεί
εσύνα έχεις ενοικιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει ενοικιαστεί
εμείςνα έχουμε ενοικιαστεί
εσείςνα έχετε ενοικιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ενοικιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ενοικιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ενοικιαστώ
εσύθα ενοικιαστείς
αυτός/ή/όθα ενοικιαστεί
εμείςθα ενοικιαστούμε
εσείςθα ενοικιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ενοικιαστούν