BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ελευθερώνω

освобождать, избавлять, выпускать на свободу

free, deliver, set free

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώελευθερώνω
εσύελευθερώνεις
αυτός/ή/όελευθερώνει
εμείςελευθερώνουμε
εσείςελευθερώνετε
αυτοί/ές/άελευθερώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώελευθέρωσα
εσύελευθέρωσες
αυτός/ή/όελευθέρωσε
εμείςελευθερώσαμε
εσείςελευθερώσατε
αυτοί/ές/άελευθέρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ελευθερώσω
εσύθα ελευθερώσεις
αυτός/ή/όθα ελευθερώσει
εμείςθα ελευθερώσουμε
εσείςθα ελευθερώσετε
αυτοί/ές/άθα ελευθερώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώελευθέρωνα
εσύελευθέρωνες
αυτός/ή/όελευθέρωνε
εμείςελευθερώναμε
εσείςελευθερώνατε
αυτοί/ές/άελευθέρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ελευθερώνω
εσύθα ελευθερώνεις
αυτός/ή/όθα ελευθερώνει
εμείςθα ελευθερώνουμε
εσείςθα ελευθερώνετε
αυτοί/ές/άθα ελευθερώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ελευθερώσει
εσύέχεις ελευθερώσει
αυτός/ή/όέχει ελευθερώσει
εμείςέχουμε ελευθερώσει
εσείςέχετε ελευθερώσει
αυτοί/ές/άέχουν ελευθερώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ελευθερώσει
εσύείχες ελευθερώσει
αυτός/ή/όείχε ελευθερώσει
εμείςείχαμε ελευθερώσει
εσείςείχατε ελευθερώσει
αυτοί/ές/άείχαν ελευθερώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ελευθερώσει
εσύθα έχεις ελευθερώσει
αυτός/ή/όθα έχει ελευθερώσει
εμείςθα έχουμε ελευθερώσει
εσείςθα έχετε ελευθερώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ελευθερώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύελευθέρωσε
εσείςελευθερώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύελευθέρωνε
εσείςελευθερώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ελευθερώσω
εσύνα ελευθερώσεις
αυτός/ή/όνα ελευθερώσει
εμείςνα ελευθερώσουμε
εσείςνα ελευθερώσετε
αυτοί/ές/άνα ελευθερώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ελευθερώνω
εσύνα ελευθερώνεις
αυτός/ή/όνα ελευθερώνει
εμείςνα ελευθερώνουμε
εσείςνα ελευθερώνετε
αυτοί/ές/άνα ελευθερώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ελευθερώσει
εσύνα έχεις ελευθερώσει
αυτός/ή/όνα έχει ελευθερώσει
εμείςνα έχουμε ελευθερώσει
εσείςνα έχετε ελευθερώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ελευθερώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ελευθερώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ελευθερώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ελευθέρωνα
εσύθα ελευθέρωνες
αυτός/ή/όθα ελευθέρωνε
εμείςθα ελευθερώναμε
εσείςθα ελευθερώνατε
αυτοί/ές/άθα ελευθέρωναν