BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ελαττώνω

уменьшать, сокращать, снижать

diminish, reduce, lessen, decrease

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώελαττώνω
εσύελαττώνεις
αυτός/ή/όελαττώνει
εμείςελαττώνουμε
εσείςελαττώνετε
αυτοί/ές/άελαττώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώελάττωσα
εσύελάττωσες
αυτός/ή/όελάττωσε
εμείςελαττώσαμε
εσείςελαττώσατε
αυτοί/ές/άελάττωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ελαττώσω
εσύθα ελαττώσεις
αυτός/ή/όθα ελαττώσει
εμείςθα ελαττώσουμε
εσείςθα ελαττώσετε
αυτοί/ές/άθα ελαττώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώελάττωνα
εσύελάττωνες
αυτός/ή/όελάττωνε
εμείςελαττώναμε
εσείςελαττώνατε
αυτοί/ές/άελάττωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ελαττώνω
εσύθα ελαττώνεις
αυτός/ή/όθα ελαττώνει
εμείςθα ελαττώνουμε
εσείςθα ελαττώνετε
αυτοί/ές/άθα ελαττώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ελαττώσει
εσύέχεις ελαττώσει
αυτός/ή/όέχει ελαττώσει
εμείςέχουμε ελαττώσει
εσείςέχετε ελαττώσει
αυτοί/ές/άέχουν ελαττώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ελαττώσει
εσύείχες ελαττώσει
αυτός/ή/όείχε ελαττώσει
εμείςείχαμε ελαττώσει
εσείςείχατε ελαττώσει
αυτοί/ές/άείχαν ελαττώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ελαττώσει
εσύθα έχεις ελαττώσει
αυτός/ή/όθα έχει ελαττώσει
εμείςθα έχουμε ελαττώσει
εσείςθα έχετε ελαττώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ελαττώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύελάττωσε
εσείςελαττώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύελάττωνε
εσείςελαττώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ελαττώσω
εσύνα ελαττώσεις
αυτός/ή/όνα ελαττώσει
εμείςνα ελαττώσουμε
εσείςνα ελαττώσετε
αυτοί/ές/άνα ελαττώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ελαττώνω
εσύνα ελαττώνεις
αυτός/ή/όνα ελαττώνει
εμείςνα ελαττώνουμε
εσείςνα ελαττώνετε
αυτοί/ές/άνα ελαττώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ελαττώσει
εσύνα έχεις ελαττώσει
αυτός/ή/όνα έχει ελαττώσει
εμείςνα έχουμε ελαττώσει
εσείςνα έχετε ελαττώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ελαττώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ελαττώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ελαττώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ελάττωνα
εσύθα ελάττωνες
αυτός/ή/όθα ελάττωνε
εμείςθα ελαττώναμε
εσείςθα ελαττώνατε
αυτοί/ές/άθα ελάττωναν