BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκτελωνίζω

растаможивать

clear through customs

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκτελωνίζω
εσύεκτελωνίζεις
αυτός/ή/όεκτελωνίζει
εμείςεκτελωνίζουμε
εσείςεκτελωνίζετε
αυτοί/ές/άεκτελωνίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκτελώνισα
εσύεκτελώνισες
αυτός/ή/όεκτελώνισε
εμείςεκτελωνίσαμε
εσείςεκτελωνίσατε
αυτοί/ές/άεκτελώνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκτελωνίσω
εσύθα εκτελωνίσεις
αυτός/ή/όθα εκτελωνίσει
εμείςθα εκτελωνίσουμε
εσείςθα εκτελωνίσετε
αυτοί/ές/άθα εκτελωνίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκτελώνιζα
εσύεκτελώνιζες
αυτός/ή/όεκτελώνιζε
εμείςεκτελωνίζαμε
εσείςεκτελωνίζατε
αυτοί/ές/άεκτελώνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκτελωνίζω
εσύθα εκτελωνίζεις
αυτός/ή/όθα εκτελωνίζει
εμείςθα εκτελωνίζουμε
εσείςθα εκτελωνίζετε
αυτοί/ές/άθα εκτελωνίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκτελωνίσει
εσύέχεις εκτελωνίσει
αυτός/ή/όέχει εκτελωνίσει
εμείςέχουμε εκτελωνίσει
εσείςέχετε εκτελωνίσει
αυτοί/ές/άέχουν εκτελωνίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκτελωνίσει
εσύείχες εκτελωνίσει
αυτός/ή/όείχε εκτελωνίσει
εμείςείχαμε εκτελωνίσει
εσείςείχατε εκτελωνίσει
αυτοί/ές/άείχαν εκτελωνίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκτελωνίσει
εσύθα έχεις εκτελωνίσει
αυτός/ή/όθα έχει εκτελωνίσει
εμείςθα έχουμε εκτελωνίσει
εσείςθα έχετε εκτελωνίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εκτελωνίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκτελώνισε
εσείςεκτελωνίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεκτελώνιζε
εσείςεκτελωνίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκτελωνίσω
εσύνα εκτελωνίσεις
αυτός/ή/όνα εκτελωνίσει
εμείςνα εκτελωνίσουμε
εσείςνα εκτελωνίσετε
αυτοί/ές/άνα εκτελωνίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκτελωνίζω
εσύνα εκτελωνίζεις
αυτός/ή/όνα εκτελωνίζει
εμείςνα εκτελωνίζουμε
εσείςνα εκτελωνίζετε
αυτοί/ές/άνα εκτελωνίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκτελωνίσει
εσύνα έχεις εκτελωνίσει
αυτός/ή/όνα έχει εκτελωνίσει
εμείςνα έχουμε εκτελωνίσει
εσείςνα έχετε εκτελωνίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εκτελωνίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκτελωνίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εκτελωνίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκτελώνιζα
εσύθα εκτελώνιζες
αυτός/ή/όθα εκτελώνιζε
εμείςθα εκτελωνίζαμε
εσείςθα εκτελωνίζατε
αυτοί/ές/άθα εκτελώνιζαν