BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

εκσυγχρονίζομαι

модернизироваться, обновляться

be modernized, updated

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκσυγχρονίζομαι
εσύεκσυγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όεκσυγχρονίζεται
εμείςεκσυγχρονιζόμαστε
εσείςεκσυγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άεκσυγχρονίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκσυγχρονίστηκα
εσύεκσυγχρονίστηκες
αυτός/ή/όεκσυγχρονίστηκε
εμείςεκσυγχρονιστήκαμε
εσείςεκσυγχρονιστήκατε
αυτοί/ές/άεκσυγχρονίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκσυγχρονιστώ
εσύθα εκσυγχρονιστείς
αυτός/ή/όθα εκσυγχρονιστεί
εμείςθα εκσυγχρονιστούμε
εσείςθα εκσυγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άθα εκσυγχρονιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκσυγχρονιζόμουν
εσύεκσυγχρονιζόσουν
αυτός/ή/όεκσυγχρονιζόταν
εμείςεκσυγχρονιζόμαστε
εσείςεκσυγχρονιζόσαστε
αυτοί/ές/άεκσυγχρονίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκσυγχρονίζομαι
εσύθα εκσυγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όθα εκσυγχρονίζεται
εμείςθα εκσυγχρονιζόμαστε
εσείςθα εκσυγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άθα εκσυγχρονίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκσυγχρονιστεί
εσύέχεις εκσυγχρονιστεί
αυτός/ή/όέχει εκσυγχρονιστεί
εμείςέχουμε εκσυγχρονιστεί
εσείςέχετε εκσυγχρονιστεί
αυτοί/ές/άέχουν εκσυγχρονιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκσυγχρονιστεί
εσύείχες εκσυγχρονιστεί
αυτός/ή/όείχε εκσυγχρονιστεί
εμείςείχαμε εκσυγχρονιστεί
εσείςείχατε εκσυγχρονιστεί
αυτοί/ές/άείχαν εκσυγχρονιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκσυγχρονιστεί
εσύθα έχεις εκσυγχρονιστεί
αυτός/ή/όθα έχει εκσυγχρονιστεί
εμείςθα έχουμε εκσυγχρονιστεί
εσείςθα έχετε εκσυγχρονιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εκσυγχρονιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκσυγχρονίσου
εσείςεκσυγχρονιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεκσυγχρονίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκσυγχρονιστώ
εσύνα εκσυγχρονιστείς
αυτός/ή/όνα εκσυγχρονιστεί
εμείςνα εκσυγχρονιστούμε
εσείςνα εκσυγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άνα εκσυγχρονιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκσυγχρονίζομαι
εσύνα εκσυγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όνα εκσυγχρονίζεται
εμείςνα εκσυγχρονιζόμαστε
εσείςνα εκσυγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άνα εκσυγχρονίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκσυγχρονιστεί
εσύνα έχεις εκσυγχρονιστεί
αυτός/ή/όνα έχει εκσυγχρονιστεί
εμείςνα έχουμε εκσυγχρονιστεί
εσείςνα έχετε εκσυγχρονιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εκσυγχρονιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκσυγχρονιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκσυγχρονιστώ
εσύθα εκσυγχρονιστείς
αυτός/ή/όθα εκσυγχρονιστεί
εμείςθα εκσυγχρονιστούμε
εσείςθα εκσυγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άθα εκσυγχρονιστούν