BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκπολιτίζομαι

становиться цивилизованным

become civilized

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκπολιτίζομαι
εσύεκπολιτίζεσαι
αυτός/ή/όεκπολιτίζεται
εμείςεκπολιτιζόμαστε
εσείςεκπολιτίζεστε
αυτοί/ές/άεκπολιτίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκπολιτίστηκα
εσύεκπολιτίστηκες
αυτός/ή/όεκπολιτίστηκε
εμείςεκπολιτιστήκαμε
εσείςεκπολιτιστήκατε
αυτοί/ές/άεκπολιτίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκπολιτιστώ
εσύθα εκπολιτιστείς
αυτός/ή/όθα εκπολιτιστεί
εμείςθα εκπολιτιστούμε
εσείςθα εκπολιτιστείτε
αυτοί/ές/άθα εκπολιτιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκπολιτιζόμουν
εσύεκπολιτιζόσουν
αυτός/ή/όεκπολιτιζόταν
εμείςεκπολιτιζόμαστε
εσείςεκπολιτιζόσαστε
αυτοί/ές/άεκπολιτίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκπολιτίζομαι
εσύθα εκπολιτίζεσαι
αυτός/ή/όθα εκπολιτίζεται
εμείςθα εκπολιτιζόμαστε
εσείςθα εκπολιτίζεστε
αυτοί/ές/άθα εκπολιτίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκπολιτιστεί
εσύέχεις εκπολιτιστεί
αυτός/ή/όέχει εκπολιτιστεί
εμείςέχουμε εκπολιτιστεί
εσείςέχετε εκπολιτιστεί
αυτοί/ές/άέχουν εκπολιτιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκπολιτιστεί
εσύείχες εκπολιτιστεί
αυτός/ή/όείχε εκπολιτιστεί
εμείςείχαμε εκπολιτιστεί
εσείςείχατε εκπολιτιστεί
αυτοί/ές/άείχαν εκπολιτιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκπολιτιστεί
εσύθα έχεις εκπολιτιστεί
αυτός/ή/όθα έχει εκπολιτιστεί
εμείςθα έχουμε εκπολιτιστεί
εσείςθα έχετε εκπολιτιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εκπολιτιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκπολιτίσου
εσείςεκπολιτιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεκπολιτίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκπολιτιστώ
εσύνα εκπολιτιστείς
αυτός/ή/όνα εκπολιτιστεί
εμείςνα εκπολιτιστούμε
εσείςνα εκπολιτιστείτε
αυτοί/ές/άνα εκπολιτιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκπολιτίζομαι
εσύνα εκπολιτίζεσαι
αυτός/ή/όνα εκπολιτίζεται
εμείςνα εκπολιτιζόμαστε
εσείςνα εκπολιτίζεστε
αυτοί/ές/άνα εκπολιτίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκπολιτιστεί
εσύνα έχεις εκπολιτιστεί
αυτός/ή/όνα έχει εκπολιτιστεί
εμείςνα έχουμε εκπολιτιστεί
εσείςνα έχετε εκπολιτιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εκπολιτιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκπολιτιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκπολιτιστώ
εσύθα εκπολιτιστείς
αυτός/ή/όθα εκπολιτιστεί
εμείςθα εκπολιτιστούμε
εσείςθα εκπολιτιστείτε
αυτοί/ές/άθα εκπολιτιστούν