BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκπνέω

выдыхать

breath out

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκπνέω
εσύεκπνέεις
αυτός/ή/όεκπνέει
εμείςεκπνέουμε
εσείςεκπνέετε
αυτοί/ές/άεκπνέουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξέπνευσα
εσύεξέπνευσες
αυτός/ή/όεξέπνευσε
εμείςεκπνεύσαμε
εσείςεκπνεύσατε
αυτοί/ές/άεξέπνευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκπνεύσω
εσύθα εκπνεύσεις
αυτός/ή/όθα εκπνεύσει
εμείςθα εκπνεύσουμε
εσείςθα εκπνεύσετε
αυτοί/ές/άθα εκπνεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξέπνεα
εσύεξέπνεες
αυτός/ή/όεξέπνεε
εμείςεκπνέαμε
εσείςεκπνέατε
αυτοί/ές/άεξέπνεαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκπνέω
εσύθα εκπνέεις
αυτός/ή/όθα εκπνέει
εμείςθα εκπνέουμε
εσείςθα εκπνέετε
αυτοί/ές/άθα εκπνέουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκπνεύσει
εσύέχεις εκπνεύσει
αυτός/ή/όέχει εκπνεύσει
εμείςέχουμε εκπνεύσει
εσείςέχετε εκπνεύσει
αυτοί/ές/άέχουν εκπνεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκπνεύσει
εσύείχες εκπνεύσει
αυτός/ή/όείχε εκπνεύσει
εμείςείχαμε εκπνεύσει
εσείςείχατε εκπνεύσει
αυτοί/ές/άείχαν εκπνεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκπνεύσει
εσύθα έχεις εκπνεύσει
αυτός/ή/όθα έχει εκπνεύσει
εμείςθα έχουμε εκπνεύσει
εσείςθα έχετε εκπνεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εκπνεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύέκπνευσε
εσείςεκπνεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύέκπνεε
εσείςεκπνέετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκπνεύσω
εσύνα εκπνεύσεις
αυτός/ή/όνα εκπνεύσει
εμείςνα εκπνεύσουμε
εσείςνα εκπνεύσετε
αυτοί/ές/άνα εκπνεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκπνέω
εσύνα εκπνέεις
αυτός/ή/όνα εκπνέει
εμείςνα εκπνέουμε
εσείςνα εκπνέετε
αυτοί/ές/άνα εκπνέουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκπνεύσει
εσύνα έχεις εκπνεύσει
αυτός/ή/όνα έχει εκπνεύσει
εμείςνα έχουμε εκπνεύσει
εσείςνα έχετε εκπνεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εκπνεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκπνεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εκπνέοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξέπνεα
εσύθα εξέπνεες
αυτός/ή/όθα εξέπνεε
εμείςθα εκπνέαμε
εσείςθα εκπνέατε
αυτοί/ές/άθα εξέπνεαν