BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκκλησιάζομαι

ходить в церковь

go to church

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκκλησιάζομαι
εσύεκκλησιάζεσαι
αυτός/ή/όεκκλησιάζεται
εμείςεκκλησιαζόμαστε
εσείςεκκλησιάζεστε
αυτοί/ές/άεκκλησιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκκλησιάστηκα
εσύεκκλησιάστηκες
αυτός/ή/όεκκλησιάστηκε
εμείςεκκλησιαστήκαμε
εσείςεκκλησιαστήκατε
αυτοί/ές/άεκκλησιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκκλησιαστώ
εσύθα εκκλησιαστείς
αυτός/ή/όθα εκκλησιαστεί
εμείςθα εκκλησιαστούμε
εσείςθα εκκλησιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εκκλησιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκκλησιαζόμουν
εσύεκκλησιαζόσουν
αυτός/ή/όεκκλησιαζόταν
εμείςεκλλησιαζόμαστε
εσείςεκκλησιαζόσαστε
αυτοί/ές/άεκκλησιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκκλησιάζομαι
εσύθα εκκλησιάζεσαι
αυτός/ή/όθα εκκλησιάζεται
εμείςθα εκκλησιαζόμαστε
εσείςθα εκκλησιάζεστε
αυτοί/ές/άθα εκκλησιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκκλησιαστεί
εσύέχεις εκκλησιαστεί
αυτός/ή/όέχει εκκλησιαστεί
εμείςέχουμε εκκλησιαστεί
εσείςέχετε εκκλησιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν εκκλησιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκκλησιαστεί
εσύείχες εκκλησιαστεί
αυτός/ή/όείχε εκκλησιαστεί
εμείςείχαμε εκκλησιαστεί
εσείςείχατε εκκλησιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν εκκλησιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκκλησιαστεί
εσύθα έχεις εκκλησιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει εκκλησιαστεί
εμείςθα έχουμε εκκλησιαστεί
εσείςθα έχετε εκκλησιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εκκλησιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκκλησιάσου
εσείςεκκλησιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεκκλησιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκκλησιαστώ
εσύνα εκκλησιαστείς
αυτός/ή/όνα εκκλησιαστεί
εμείςνα εκκλησιαστούμε
εσείςνα εκκλησιαστείτε
αυτοί/ές/άνα εκκλησιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκκλησιάζομαι
εσύνα εκκλησιάζεσαι
αυτός/ή/όνα εκκλησιάζεται
εμείςνα εκκλησιαζόμαστε
εσείςνα εκκλησιάζεστε
αυτοί/ές/άνα εκκλησιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκκλησιαστεί
εσύνα έχεις εκκλησιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει εκκλησιαστεί
εμείςνα έχουμε εκκλησιαστεί
εσείςνα έχετε εκκλησιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εκκλησιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκκλησιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκκλησιαστώ
εσύθα εκκλησιαστείς
αυτός/ή/όθα εκκλησιαστεί
εμείςθα εκκλησιαστούμε
εσείςθα εκκλησιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εκκλησιαστούν