BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκβιομηχανίζω

индустриализировать

industrialize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκβιομηχανίζω
εσύεκβιομηχανίζεις
αυτός/ή/όεκβιομηχανίζει
εμείςεκβιομηχανίζουμε
εσείςεκβιομηχανίζετε
αυτοί/ές/άεκβιομηχανίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκβιομηχάνισα
εσύεκβιομηχάνισες
αυτός/ή/όεκβιομηχάνισε
εμείςεκβιομηχανίσαμε
εσείςεκβιομηχανίσατε
αυτοί/ές/άεκβιομηχάνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκβιομηχανίσω
εσύθα εκβιομηχανίσεις
αυτός/ή/όθα εκβιομηχανίσει
εμείςθα εκβιομηχανίσουμε
εσείςθα εκβιομηχανίσετε
αυτοί/ές/άθα εκβιομηχανίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκβιομηχάνιζα
εσύεκβιομηχάνιζες
αυτός/ή/όεκβιομηχάνιζε
εμείςεκβιομηχανίζαμε
εσείςεκβιομηχανίζατε
αυτοί/ές/άεκβιομηχάνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκβιομηχανίζω
εσύθα εκβιομηχανίζεις
αυτός/ή/όθα εκβιομηχανίζει
εμείςθα εκβιομηχανίζουμε
εσείςθα εκβιομηχανίζετε
αυτοί/ές/άθα εκβιομηχανίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκβιομηχανίσει
εσύέχεις εκβιομηχανίσει
αυτός/ή/όέχει εκβιομηχανίσει
εμείςέχουμε εκβιομηχανίσει
εσείςέχετε εκβιομηχανίσει
αυτοί/ές/άέχουν εκβιομηχανίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκβιομηχανίσει
εσύείχες εκβιομηχανίσει
αυτός/ή/όείχε εκβιομηχανίσει
εμείςείχαμε εκβιομηχανίσει
εσείςείχατε εκβιομηχανίσει
αυτοί/ές/άείχαν εκβιομηχανίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκβιομηχανίσει
εσύθα έχεις εκβιομηχανίσει
αυτός/ή/όθα έχει εκβιομηχανίσει
εμείςθα έχουμε εκβιομηχανίσει
εσείςθα έχετε εκβιομηχανίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εκβιομηχανίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκβιομηχάνισε
εσείςεκβιομηχανίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεκβιομηχάνιζε
εσείςεκβιομηχανίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκβιομηχανίσω
εσύνα εκβιομηχανίσεις
αυτός/ή/όνα εκβιομηχανίσει
εμείςνα εκβιομηχανίσουμε
εσείςνα εκβιομηχανίσετε
αυτοί/ές/άνα εκβιομηχανίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκβιομηχανίζω
εσύνα εκβιομηχανίζεις
αυτός/ή/όνα εκβιομηχανίζει
εμείςνα εκβιομηχανίζουμε
εσείςνα εκβιομηχανίζετε
αυτοί/ές/άνα εκβιομηχανίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκβιομηχανίσει
εσύνα έχεις εκβιομηχανίσει
αυτός/ή/όνα έχει εκβιομηχανίσει
εμείςνα έχουμε εκβιομηχανίσει
εσείςνα έχετε εκβιομηχανίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εκβιομηχανίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκβιομηχανίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εκβιομηχανίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκβιομηχάνιζα
εσύθα εκβιομηχάνιζες
αυτός/ή/όθα εκβιομηχάνιζε
εμείςθα εκβιομηχανίζαμε
εσείςθα εκβιομηχανίζατε
αυτοί/ές/άθα εκβιομηχάνιζαν