BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εισβάλλω

вторгаться

invade

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεισβάλλω
εσύεισβάλλεις
αυτός/ή/όεισβάλλει
εμείςεισβάλλουμε
εσείςεισβάλλετε
αυτοί/ές/άεισβάλλουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεισέβαλα
εσύεισέβαλες
αυτός/ή/όεισέβαλε
εμείςεισβάλαμε
εσείςεισβάλατε
αυτοί/ές/άεισέβαλαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εισβάλω
εσύθα εισβάλεις
αυτός/ή/όθα εισβάλει
εμείςθα εισβάλουμε
εσείςθα εισβάλετε
αυτοί/ές/άθα εισβάλουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεισέβαλλα
εσύεισέβαλλες
αυτός/ή/όεισέβαλλε
εμείςεισβάλλαμε
εσείςεισβάλλατε
αυτοί/ές/άεισέβαλλαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εισβάλλω
εσύθα εισβάλλεις
αυτός/ή/όθα εισβάλλει
εμείςθα εισβάλλουμε
εσείςθα εισβάλλετε
αυτοί/ές/άθα εισβάλλουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εισβάλει
εσύέχεις εισβάλει
αυτός/ή/όέχει εισβάλει
εμείςέχουμε εισβάλει
εσείςέχετε εισβάλει
αυτοί/ές/άέχουν εισβάλει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εισβάλει
εσύείχες εισβάλει
αυτός/ή/όείχε εισβάλει
εμείςείχαμε εισβάλει
εσείςείχατε εισβάλει
αυτοί/ές/άείχαν εισβάλει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εισβάλει
εσύθα έχεις εισβάλει
αυτός/ή/όθα έχει εισβάλει
εμείςθα έχουμε εισβάλει
εσείςθα έχετε εισβάλει
αυτοί/ές/άθα έχουν εισβάλει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύείσβαλε
εσείςεισβάλετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύείσβαλλε
εσείςεισβάλλετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εισβάλω
εσύνα εισβάλεις
αυτός/ή/όνα εισβάλει
εμείςνα εισβάλουμε
εσείςνα εισβάλετε
αυτοί/ές/άνα εισβάλουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εισβάλλω
εσύνα εισβάλλεις
αυτός/ή/όνα εισβάλλει
εμείςνα εισβάλλουμε
εσείςνα εισβάλλετε
αυτοί/ές/άνα εισβάλλουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εισβάλει
εσύνα έχεις εισβάλει
αυτός/ή/όνα έχει εισβάλει
εμείςνα έχουμε εισβάλει
εσείςνα έχετε εισβάλει
αυτοί/ές/άνα έχουν εισβάλει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εισβάλει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εισβάλλοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εισέβαλλα
εσύθα εισέβαλλες
αυτός/ή/όθα εισέβαλλε
εμείςθα εισβάλλαμε
εσείςθα εισβάλλατε
αυτοί/ές/άθα εισέβαλλαν