BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εγχειρίζομαι

подвергаться операции

undergo an operation

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεγχειρίζομαι
εσύεγχειρίζεσαι
αυτός/ή/όεγχειρίζεται
εμείςεγχειριζόμαστε
εσείςεγχειρίζεστε
αυτοί/ές/άεγχειρίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεγχειρίστηκα
εσύεγχειρίστηκες
αυτός/ή/όεγχειρίστηκε
εμείςεγχειριστήκαμε
εσείςεγχειριστήκατε
αυτοί/ές/άεγχειρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εγχειριστώ
εσύθα εγχειριστείς
αυτός/ή/όθα εγχειριστεί
εμείςθα εγχειριστούμε
εσείςθα εγχειριστείτε
αυτοί/ές/άθα εγχειριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεγχειριζόμουν
εσύεγχειριζόσουν
αυτός/ή/όεγχειριζόταν
εμείςεγχειριζόμαστε
εσείςεγχειριζόσαστε
αυτοί/ές/άεγχειρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εγχειρίζομαι
εσύθα εγχειρίζεσαι
αυτός/ή/όθα εγχειρίζεται
εμείςθα εγχειριζόμαστε
εσείςθα εγχειρίζεστε
αυτοί/ές/άθα εγχειρίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εγχειριστεί
εσύέχεις εγχειριστεί
αυτός/ή/όέχει εγχειριστεί
εμείςέχουμε εγχειριστεί
εσείςέχετε εγχειριστεί
αυτοί/ές/άέχουν εγχειριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εγχειριστεί
εσύείχες εγχειριστεί
αυτός/ή/όείχε εγχειριστεί
εμείςείχαμε εγχειριστεί
εσείςείχατε εγχειριστεί
αυτοί/ές/άείχαν εγχειριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εγχειριστεί
εσύθα έχεις εγχειριστεί
αυτός/ή/όθα έχει εγχειριστεί
εμείςθα έχουμε εγχειριστεί
εσείςθα έχετε εγχειριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εγχειριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεγχειρίσου
εσείςεγχειριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεγχειρίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εγχειριστώ
εσύνα εγχειριστείς
αυτός/ή/όνα εγχειριστεί
εμείςνα εγχειριστούμε
εσείςνα εγχειριστείτε
αυτοί/ές/άνα εγχειριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εγχειρίζομαι
εσύνα εγχειρίζεσαι
αυτός/ή/όνα εγχειρίζεται
εμείςνα εγχειριζόμαστε
εσείςνα εγχειρίζεστε
αυτοί/ές/άνα εγχειρίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εγχειριστεί
εσύνα έχεις εγχειριστεί
αυτός/ή/όνα έχει εγχειριστεί
εμείςνα έχουμε εγχειριστεί
εσείςνα έχετε εγχειριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εγχειριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εγχειριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εγχειριστώ
εσύθα εγχειριστείς
αυτός/ή/όθα εγχειριστεί
εμείςθα εγχειριστούμε
εσείςθα εγχειριστείτε
αυτοί/ές/άθα εγχειριστούν