BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εγκυμονώ

быть беременной, вынашивать

be pregnant, gestate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεγκυμονώ
εσύεγκυμονείς
αυτός/ή/όεγκυμονεί
εμείςεγκυμονούμε
εσείςεγκυμονείτε
αυτοί/ές/άεγκυμονούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεγκυμόνησα
εσύεγκυμόνησες
αυτός/ή/όεγκυμόνησε
εμείςεγκυμονήσαμε
εσείςεγκυμονήσατε
αυτοί/ές/άεγκυμόνησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εγκυμονήσω
εσύθα εγκυμονήσεις
αυτός/ή/όθα εγκυμονήσει
εμείςθα εγκυμονήσουμε
εσείςθα εγκυμονήσετε
αυτοί/ές/άθα εγκυμονήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεγκυμονούσα
εσύεγκυμονούσες
αυτός/ή/όεγκυμονούσε
εμείςεγκυμονούσαμε
εσείςεγκυμονούσατε
αυτοί/ές/άεγκυμονούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εγκυμονώ
εσύθα εγκυμονείς
αυτός/ή/όθα εγκυμονεί
εμείςθα εγκυμονούμε
εσείςθα εγκυμονείτε
αυτοί/ές/άθα εγκυμονούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εγκυμονήσει
εσύέχεις εγκυμονήσει
αυτός/ή/όέχει εγκυμονήσει
εμείςέχουμε εγκυμονήσει
εσείςέχετε εγκυμονήσει
αυτοί/ές/άέχουν εγκυμονήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εγκυμονήσει
εσύείχες εγκυμονήσει
αυτός/ή/όείχε εγκυμονήσει
εμείςείχαμε εγκυμονήσει
εσείςείχατε εγκυμονήσει
αυτοί/ές/άείχαν εγκυμονήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εγκυμονήσει
εσύθα έχεις εγκυμονήσει
αυτός/ή/όθα έχει εγκυμονήσει
εμείςθα έχουμε εγκυμονήσει
εσείςθα έχετε εγκυμονήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εγκυμονήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεγκυμόνησε
εσείςεγκυμονήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεγκυμονείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εγκυμονήσω
εσύνα εγκυμονήσεις
αυτός/ή/όνα εγκυμονήσει
εμείςνα εγκυμονήσουμε
εσείςνα εγκυμονήσετε
αυτοί/ές/άνα εγκυμονήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εγκυμονώ
εσύνα εγκυμονείς
αυτός/ή/όνα εγκυμονεί
εμείςνα εγκυμονούμε
εσείςνα εγκυμονείτε
αυτοί/ές/άνα εγκυμονούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εγκυμονήσει
εσύνα έχεις εγκυμονήσει
αυτός/ή/όνα έχει εγκυμονήσει
εμείςνα έχουμε εγκυμονήσει
εσείςνα έχετε εγκυμονήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εγκυμονήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εγκυμονήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εγκυμονώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εγκυμονούσα
εσύθα εγκυμονούσες
αυτός/ή/όθα εγκυμονούσε
εμείςθα εγκυμονούσαμε
εσείςθα εγκυμονούσατε
αυτοί/ές/άθα εγκυμονούσαν