BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εγκαινιάζομαι

быть открытым, быть введённым в эксплуатацию

be inaugurated

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεγκαινιάζομαι
εσύεγκαινιάζεσαι
αυτός/ή/όεγκαινιάζεται
εμείςεγκαινιαζόμαστε
εσείςεγκαινιάζεστε
αυτοί/ές/άεγκαινιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεγκαινιάστηκα
εσύεγκαινιάστηκες
αυτός/ή/όεγκαινιάστηκε
εμείςεγκαινιαστήκαμε
εσείςεγκαινιαστήκατε
αυτοί/ές/άεγκαινιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εγκαινιαστώ
εσύθα εγκαινιαστείς
αυτός/ή/όθα εγκαινιαστεί
εμείςθα εγκαινιαστούμε
εσείςθα εγκαινιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εγκαινιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεγκαινιαζόμουν
εσύεγκαινιαζόσουν
αυτός/ή/όεγκαινιαζόταν
εμείςεγκαινιαζόμαστε
εσείςεγκαινιαζόσαστε
αυτοί/ές/άεγκαινιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εγκαινιάζομαι
εσύθα εγκαινιάζεσαι
αυτός/ή/όθα εγκαινιάζεται
εμείςθα εγκαινιαζόμαστε
εσείςθα εγκαινιάζεστε
αυτοί/ές/άθα εγκαινιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εγκαινιαστεί
εσύέχεις εγκαινιαστεί
αυτός/ή/όέχει εγκαινιαστεί
εμείςέχουμε εγκαινιαστεί
εσείςέχετε εγκαινιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν εγκαινιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εγκαινιαστεί
εσύείχες εγκαινιαστεί
αυτός/ή/όείχε εγκαινιαστεί
εμείςείχαμε εγκαινιαστεί
εσείςείχατε εγκαινιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν εγκαινιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εγκαινιαστεί
εσύθα έχεις εγκαινιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει εγκαινιαστεί
εμείςθα έχουμε εγκαινιαστεί
εσείςθα έχετε εγκαινιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εγκαινιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεγκαινιάσου
εσείςεγκαινιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεγκαινιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εγκαινιαστώ
εσύνα εγκαινιαστείς
αυτός/ή/όνα εγκαινιαστεί
εμείςνα εγκαινιαστούμε
εσείςνα εγκαινιαστείτε
αυτοί/ές/άνα εγκαινιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εγκαινιάζομαι
εσύνα εγκαινιάζεσαι
αυτός/ή/όνα εγκαινιάζεται
εμείςνα εγκαινιαζόμαστε
εσείςνα εγκαινιάζεστε
αυτοί/ές/άνα εγκαινιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εγκαινιαστεί
εσύνα έχεις εγκαινιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει εγκαινιαστεί
εμείςνα έχουμε εγκαινιαστεί
εσείςνα έχετε εγκαινιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εγκαινιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εγκαινιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εγκαινιαστώ
εσύθα εγκαινιαστείς
αυτός/ή/όθα εγκαινιαστεί
εμείςθα εγκαινιαστούμε
εσείςθα εγκαινιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εγκαινιαστούν