BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δωροδοκούμαι

быть подкупленным

be bribed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδωροδοκούμαι
εσύδωροδοκείσαι
αυτός/ή/όδωροδοκείται
εμείςδωροδοκούμαστε
εσείςδωροδοκείστε
αυτοί/ές/άδωροδοκούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδωροδοκήθηκα
εσύδωροδοκήθηκες
αυτός/ή/όδωροδοκήθηκε
εμείςδωροδοκηθήκαμε
εσείςδωροδοκηθήκατε
αυτοί/ές/άδωροδοκήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δωροδοκηθώ
εσύθα δωροδοκηθείς
αυτός/ή/όθα δωροδοκηθεί
εμείςθα δωροδοκηθούμε
εσείςθα δωροδοκηθείτε
αυτοί/ές/άθα δωροδοκηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδωροδοκούμουν
εσύδωροδοκούσουν
αυτός/ή/όδωροδοκούνταν
εμείςδωροδοκούμαστε
εσείςδωροδοκούσαστε
αυτοί/ές/άδωροδοκούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δωροδοκούμαι
εσύθα δωροδοκείσαι
αυτός/ή/όθα δωροδοκείται
εμείςθα δωροδοκούμαστε
εσείςθα δωροδοκείστε
αυτοί/ές/άθα δωροδοκούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δωροδοκηθεί
εσύέχεις δωροδοκηθεί
αυτός/ή/όέχει δωροδοκηθεί
εμείςέχουμε δωροδοκηθεί
εσείςέχετε δωροδοκηθεί
αυτοί/ές/άέχουν δωροδοκηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δωροδοκηθεί
εσύείχες δωροδοκηθεί
αυτός/ή/όείχε δωροδοκηθεί
εμείςείχαμε δωροδοκηθεί
εσείςείχατε δωροδοκηθεί
αυτοί/ές/άείχαν δωροδοκηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δωροδοκηθεί
εσύθα έχεις δωροδοκηθεί
αυτός/ή/όθα έχει δωροδοκηθεί
εμείςθα έχουμε δωροδοκηθεί
εσείςθα έχετε δωροδοκηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν δωροδοκηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδωροδοκήσου
εσείςδωροδοκηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδωροδοκείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δωροδοκηθώ
εσύνα δωροδοκηθείς
αυτός/ή/όνα δωροδοκηθεί
εμείςνα δωροδοκηθούμε
εσείςνα δωροδοκηθείτε
αυτοί/ές/άνα δωροδοκηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δωροδοκούμαι
εσύνα δωροδοκείσαι
αυτός/ή/όνα δωροδοκείται
εμείςνα δωροδοκούμαστε
εσείςνα δωροδοκείστε
αυτοί/ές/άνα δωροδοκούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δωροδοκηθεί
εσύνα έχεις δωροδοκηθεί
αυτός/ή/όνα έχει δωροδοκηθεί
εμείςνα έχουμε δωροδοκηθεί
εσείςνα έχετε δωροδοκηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν δωροδοκηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δωροδοκηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δωροδοκηθώ
εσύθα δωροδοκηθείς
αυτός/ή/όθα δωροδοκηθεί
εμείςθα δωροδοκηθούμε
εσείςθα δωροδοκηθείτε
αυτοί/ές/άθα δωροδοκηθούν