BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δυσκολεύω

усложнять, препятствовать, затруднять

complicate, impede, make difficult

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδυσκολεύω
εσύδυσκολεύεις
αυτός/ή/όδυσκολεύει
εμείςδυσκολεύουμε
εσείςδυσκολεύετε
αυτοί/ές/άδυσκολεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδυσκόλεψα
εσύδυσκόλεψες
αυτός/ή/όδυσκόλεψε
εμείςδυσκολέψαμε
εσείςδυσκολέψατε
αυτοί/ές/άδυσκόλεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δυσκολέψω
εσύθα δυσκολέψεις
αυτός/ή/όθα δυσκολέψει
εμείςθα δυσκολέψουμε
εσείςθα δυσκολέψετε
αυτοί/ές/άθα δυσκολέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδυσκόλευα
εσύδυσκόλευες
αυτός/ή/όδυσκόλευε
εμείςδυσκολεύαμε
εσείςδυσκολεύατε
αυτοί/ές/άδυσκόλευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δυσκολεύω
εσύθα δυσκολεύεις
αυτός/ή/όθα δυσκολεύει
εμείςθα δυσκολεύουμε
εσείςθα δυσκολεύετε
αυτοί/ές/άθα δυσκολεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δυσκολέψει
εσύέχεις δυσκολέψει
αυτός/ή/όέχει δυσκολέψει
εμείςέχουμε δυσκολέψει
εσείςέχετε δυσκολέψει
αυτοί/ές/άέχουν δυσκολέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δυσκολέψει
εσύείχες δυσκολέψει
αυτός/ή/όείχε δυσκολέψει
εμείςείχαμε δυσκολέψει
εσείςείχατε δυσκολέψει
αυτοί/ές/άείχαν δυσκολέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δυσκολέψει
εσύθα έχεις δυσκολέψει
αυτός/ή/όθα έχει δυσκολέψει
εμείςθα έχουμε δυσκολέψει
εσείςθα έχετε δυσκολέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν δυσκολέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδυσκόλεψε
εσείςδυσκολέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδυσκόλευε
εσείςδυσκολεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δυσκολέψω
εσύνα δυσκολέψεις
αυτός/ή/όνα δυσκολέψει
εμείςνα δυσκολέψουμε
εσείςνα δυσκολέψετε
αυτοί/ές/άνα δυσκολέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δυσκολεύω
εσύνα δυσκολεύεις
αυτός/ή/όνα δυσκολεύει
εμείςνα δυσκολεύουμε
εσείςνα δυσκολεύετε
αυτοί/ές/άνα δυσκολεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δυσκολέψει
εσύνα έχεις δυσκολέψει
αυτός/ή/όνα έχει δυσκολέψει
εμείςνα έχουμε δυσκολέψει
εσείςνα έχετε δυσκολέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν δυσκολέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δυσκολέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δυσκολεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δυσκόλευα
εσύθα δυσκόλευες
αυτός/ή/όθα δυσκόλευε
εμείςθα δυσκολεύαμε
εσείςθα δυσκολεύατε
αυτοί/ές/άθα δυσκόλευαν