BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δραπετεύω

сбегать, вырываться, бежать

escape, break out, flee

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδραπετεύω
εσύδραπετεύεις
αυτός/ή/όδραπετεύει
εμείςδραπετεύουμε
εσείςδραπετεύετε
αυτοί/ές/άδραπετεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδραπέτευσα
εσύδραπέτευσες
αυτός/ή/όδραπέτευσε
εμείςδραπετεύσαμε
εσείςδραπετεύσατε
αυτοί/ές/άδραπέτευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δραπετεύσω
εσύθα δραπετεύσεις
αυτός/ή/όθα δραπετεύσει
εμείςθα δραπετεύσουμε
εσείςθα δραπετεύσετε
αυτοί/ές/άθα δραπετεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδραπέτευα
εσύδραπέτευες
αυτός/ή/όδραπέτευε
εμείςδραπετεύαμε
εσείςδραπετεύατε
αυτοί/ές/άδραπέτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δραπετεύω
εσύθα δραπετεύεις
αυτός/ή/όθα δραπετεύει
εμείςθα δραπετεύουμε
εσείςθα δραπετεύετε
αυτοί/ές/άθα δραπετεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δραπετεύσει
εσύέχεις δραπετεύσει
αυτός/ή/όέχει δραπετεύσει
εμείςέχουμε δραπετεύσει
εσείςέχετε δραπετεύσει
αυτοί/ές/άέχουν δραπετεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δραπετεύσει
εσύείχες δραπετεύσει
αυτός/ή/όείχε δραπετεύσει
εμείςείχαμε δραπετεύσει
εσείςείχατε δραπετεύσει
αυτοί/ές/άείχαν δραπετεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δραπετεύσει
εσύθα έχεις δραπετεύσει
αυτός/ή/όθα έχει δραπετεύσει
εμείςθα έχουμε δραπετεύσει
εσείςθα έχετε δραπετεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δραπετεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδραπέτευσε
εσείςδραπετεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδραπέτευε
εσείςδραπετεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δραπετεύσω
εσύνα δραπετεύσεις
αυτός/ή/όνα δραπετεύσει
εμείςνα δραπετεύσουμε
εσείςνα δραπετεύσετε
αυτοί/ές/άνα δραπετεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δραπετεύω
εσύνα δραπετεύεις
αυτός/ή/όνα δραπετεύει
εμείςνα δραπετεύουμε
εσείςνα δραπετεύετε
αυτοί/ές/άνα δραπετεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δραπετεύσει
εσύνα έχεις δραπετεύσει
αυτός/ή/όνα έχει δραπετεύσει
εμείςνα έχουμε δραπετεύσει
εσείςνα έχετε δραπετεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δραπετεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δραπετεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δραπετεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δραπέτευα
εσύθα δραπέτευες
αυτός/ή/όθα δραπέτευε
εμείςθα δραπετεύαμε
εσείςθα δραπετεύατε
αυτοί/ές/άθα δραπέτευαν