BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δραματοποιώ

драматизировать

dramatize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδραματοποιώ
εσύδραματοποιείς
αυτός/ή/όδραματοποιεί
εμείςδραματοποιούμε
εσείςδραματοποιείτε
αυτοί/ές/άδραματοποιούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδραματοποίησα
εσύδραματοποίησες
αυτός/ή/όδραματοποίησε
εμείςδραματοποιήσαμε
εσείςδραματοποιήσατε
αυτοί/ές/άδραματοποίησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δραματοποιήσω
εσύθα δραματοποιήσεις
αυτός/ή/όθα δραματοποιήσει
εμείςθα δραματοποιήσουμε
εσείςθα δραματοποιήσετε
αυτοί/ές/άθα δραματοποιήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδραματοποιούσα
εσύδραματοποιούσες
αυτός/ή/όδραματοποιούσε
εμείςδραματοποιούσαμε
εσείςδραματοποιούσατε
αυτοί/ές/άδραματοποιούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δραματοποιώ
εσύθα δραματοποιείς
αυτός/ή/όθα δραματοποιεί
εμείςθα δραματοποιούμε
εσείςθα δραματοποιείτε
αυτοί/ές/άθα δραματοποιούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δραματοποιήσει
εσύέχεις δραματοποιήσει
αυτός/ή/όέχει δραματοποιήσει
εμείςέχουμε δραματοποιήσει
εσείςέχετε δραματοποιήσει
αυτοί/ές/άέχουν δραματοποιήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δραματοποιήσει
εσύείχες δραματοποιήσει
αυτός/ή/όείχε δραματοποιήσει
εμείςείχαμε δραματοποιήσει
εσείςείχατε δραματοποιήσει
αυτοί/ές/άείχαν δραματοποιήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δραματοποιήσει
εσύθα έχεις δραματοποιήσει
αυτός/ή/όθα έχει δραματοποιήσει
εμείςθα έχουμε δραματοποιήσει
εσείςθα έχετε δραματοποιήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δραματοποιήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδραματοποίησε
εσείςδραματοποιήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδραματοποιείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δραματοποιήσω
εσύνα δραματοποιήσεις
αυτός/ή/όνα δραματοποιήσει
εμείςνα δραματοποιήσουμε
εσείςνα δραματοποιήσετε
αυτοί/ές/άνα δραματοποιήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δραματοποιώ
εσύνα δραματοποιείς
αυτός/ή/όνα δραματοποιεί
εμείςνα δραματοποιούμε
εσείςνα δραματοποιείτε
αυτοί/ές/άνα δραματοποιούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δραματοποιήσει
εσύνα έχεις δραματοποιήσει
αυτός/ή/όνα έχει δραματοποιήσει
εμείςνα έχουμε δραματοποιήσει
εσείςνα έχετε δραματοποιήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δραματοποιήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δραματοποιήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δραματοποιώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δραματοποιούσα
εσύθα δραματοποιούσες
αυτός/ή/όθα δραματοποιούσε
εμείςθα δραματοποιούσαμε
εσείςθα δραματοποιούσατε
αυτοί/ές/άθα δραματοποιούσαν