BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δοκιμάζω

пробовать, проверять

try, test

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδοκιμάζω
εσύδοκιμάζεις
αυτός/ή/όδοκιμάζει
εμείςδοκιμάζουμε
εσείςδοκιμάζετε
αυτοί/ές/άδοκιμάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδοκίμασα
εσύδοκίμασες
αυτός/ή/όδοκίμασε
εμείςδοκιμάσαμε
εσείςδοκιμάσατε
αυτοί/ές/άδοκίμασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δοκιμάσω
εσύθα δοκιμάσεις
αυτός/ή/όθα δοκιμάσει
εμείςθα δοκιμάσουμε
εσείςθα δοκιμάσετε
αυτοί/ές/άθα δοκιμάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδοκίμαζα
εσύδοκίμαζες
αυτός/ή/όδοκίμαζε
εμείςδοκιμάζαμε
εσείςδοκιμάζατε
αυτοί/ές/άδοκίμαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δοκιμάζω
εσύθα δοκιμάζεις
αυτός/ή/όθα δοκιμάζει
εμείςθα δοκιμάζουμε
εσείςθα δοκιμάζετε
αυτοί/ές/άθα δοκιμάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δοκιμάσει
εσύέχεις δοκιμάσει
αυτός/ή/όέχει δοκιμάσει
εμείςέχουμε δοκιμάσει
εσείςέχετε δοκιμάσει
αυτοί/ές/άέχουν δοκιμάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δοκιμάσει
εσύείχες δοκιμάσει
αυτός/ή/όείχε δοκιμάσει
εμείςείχαμε δοκιμάσει
εσείςείχατε δοκιμάσει
αυτοί/ές/άείχαν δοκιμάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δοκιμάσει
εσύθα έχεις δοκιμάσει
αυτός/ή/όθα έχει δοκιμάσει
εμείςθα έχουμε δοκιμάσει
εσείςθα έχετε δοκιμάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δοκιμάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδοκίμασε
εσείςδοκιμάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδοκίμαζε
εσείςδοκιμάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δοκιμάσω
εσύνα δοκιμάσεις
αυτός/ή/όνα δοκιμάσει
εμείςνα δοκιμάσουμε
εσείςνα δοκιμάσετε
αυτοί/ές/άνα δοκιμάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δοκιμάζω
εσύνα δοκιμάζεις
αυτός/ή/όνα δοκιμάζει
εμείςνα δοκιμάζουμε
εσείςνα δοκιμάζετε
αυτοί/ές/άνα δοκιμάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δοκιμάσει
εσύνα έχεις δοκιμάσει
αυτός/ή/όνα έχει δοκιμάσει
εμείςνα έχουμε δοκιμάσει
εσείςνα έχετε δοκιμάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δοκιμάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δοκιμάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δοκιμάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δοκίμαζα
εσύθα δοκίμαζες
αυτός/ή/όθα δοκίμαζε
εμείςθα δοκιμάζαμε
εσείςθα δοκιμάζατε
αυτοί/ές/άθα δοκίμαζαν