BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διψάω, διψώ

неправильный

испытывать жажду

be thirsty

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιψάω, διψώ
εσύδιψάς
αυτός/ή/όδιψάει, διψά
εμείςδιψάμε, διψούμε
εσείςδιψάτε
αυτοί/ές/άδιψάνε, διψούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδίψασα
εσύδίψασες
αυτός/ή/όδίψασε
εμείςδιψάσαμε
εσείςδιψάσατε
αυτοί/ές/άδίψασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διψάσω
εσύθα διψάσεις
αυτός/ή/όθα διψάσει
εμείςθα διψάσουμε
εσείςθα διψάσετε
αυτοί/ές/άθα διψάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιψούσα
εσύδιψούσες
αυτός/ή/όδιψούσε
εμείςδιψούσαμε
εσείςδιψούσατε
αυτοί/ές/άδιψούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διψάω, διψώ
εσύθα διψάς
αυτός/ή/όθα διψάει, διψά
εμείςθα διψάμε, διψούμε
εσείςθα διψάτε
αυτοί/ές/άθα διψάνε, διψούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διψάσει
εσύέχεις διψάσει
αυτός/ή/όέχει διψάσει
εμείςέχουμε διψάσει
εσείςέχετε διψάσει
αυτοί/ές/άέχουν διψάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διψάσει
εσύείχες διψάσει
αυτός/ή/όείχε διψάσει
εμείςείχαμε διψάσει
εσείςείχατε διψάσει
αυτοί/ές/άείχαν διψάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διψάσει
εσύθα έχεις διψάσει
αυτός/ή/όθα έχει διψάσει
εμείςθα έχουμε διψάσει
εσείςθα έχετε διψάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διψάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδίψασε
εσείςδιψάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδίψα
εσείςδιψάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διψάσω
εσύνα διψάσεις
αυτός/ή/όνα διψάσει
εμείςνα διψάσουμε
εσείςνα διψάσετε
αυτοί/ές/άνα διψάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διψάω, διψώ
εσύνα διψάς
αυτός/ή/όνα διψάει, διψά
εμείςνα διψάμε, διψούμε
εσείςνα διψάτε
αυτοί/ές/άνα διψάνε, διψούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διψάσει
εσύνα έχεις διψάσει
αυτός/ή/όνα έχει διψάσει
εμείςνα έχουμε διψάσει
εσείςνα έχετε διψάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διψάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διψάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διψώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

διψασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διψούσα
εσύθα διψούσες
αυτός/ή/όθα διψούσε
εμείςθα διψούσαμε
εσείςθα διψούσατε
αυτοί/ές/άθα διψούσαν