BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διπλασιάζω

удваивать

double

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιπλασιάζω
εσύδιπλασιάζεις
αυτός/ή/όδιπλασιάζει
εμείςδιπλασιάζουμε
εσείςδιπλασιάζετε
αυτοί/ές/άδιπλασιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιπλασίασα
εσύδιπλασίασες
αυτός/ή/όδιπλασίασε
εμείςδιπλασιάσαμε
εσείςδιπλασιάσατε
αυτοί/ές/άδιπλασίασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διπλασιάσω
εσύθα διπλασιάσεις
αυτός/ή/όθα διπλασιάσει
εμείςθα διπλασιάσουμε
εσείςθα διπλασιάσετε
αυτοί/ές/άθα διπλασιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιπλασίαζα
εσύδιπλασίαζες
αυτός/ή/όδιπλασίαζε
εμείςδιπλασιάζαμε
εσείςδιπλασιάζατε
αυτοί/ές/άδιπλασίαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διπλασιάζω
εσύθα διπλασιάζεις
αυτός/ή/όθα διπλασιάζει
εμείςθα διπλασιάζουμε
εσείςθα διπλασιάζετε
αυτοί/ές/άθα διπλασιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διπλασιάσει
εσύέχεις διπλασιάσει
αυτός/ή/όέχει διπλασιάσει
εμείςέχουμε διπλασιάσει
εσείςέχετε διπλασιάσει
αυτοί/ές/άέχουν διπλασιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διπλασιάσει
εσύείχες διπλασιάσει
αυτός/ή/όείχε διπλασιάσει
εμείςείχαμε διπλασιάσει
εσείςείχατε διπλασιάσει
αυτοί/ές/άείχαν διπλασιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διπλασιάσει
εσύθα έχεις διπλασιάσει
αυτός/ή/όθα έχει διπλασιάσει
εμείςθα έχουμε διπλασιάσει
εσείςθα έχετε διπλασιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διπλασιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιπλασίασε
εσείςδιπλασιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιπλασίαζε
εσείςδιπλασιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διπλασιάσω
εσύνα διπλασιάσεις
αυτός/ή/όνα διπλασιάσει
εμείςνα διπλασιάσουμε
εσείςνα διπλασιάσετε
αυτοί/ές/άνα διπλασιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διπλασιάζω
εσύνα διπλασιάζεις
αυτός/ή/όνα διπλασιάζει
εμείςνα διπλασιάζουμε
εσείςνα διπλασιάζετε
αυτοί/ές/άνα διπλασιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διπλασιάσει
εσύνα έχεις διπλασιάσει
αυτός/ή/όνα έχει διπλασιάσει
εμείςνα έχουμε διπλασιάσει
εσείςνα έχετε διπλασιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διπλασιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διπλασιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διπλασιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διπλασίαζα
εσύθα διπλασίαζες
αυτός/ή/όθα διπλασίαζε
εμείςθα διπλασιάζαμε
εσείςθα διπλασιάζατε
αυτοί/ές/άθα διπλασίαζαν