BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διημερεύω

проводить день

spend the day

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιημερεύω
εσύδιημερεύεις
αυτός/ή/όδιημερεύει
εμείςδιημερεύουμε
εσείςδιημερεύετε
αυτοί/ές/άδιημερεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιημέρευσα
εσύδιημέρευσες
αυτός/ή/όδιημέρευσε
εμείςδιημερεύσαμε
εσείςδιημερεύσατε
αυτοί/ές/άδιημέρευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διημερεύσω
εσύθα διημερεύσεις
αυτός/ή/όθα διημερεύσει
εμείςθα διημερεύσουμε
εσείςθα διημερεύσετε
αυτοί/ές/άθα διημερεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιημέρευα
εσύδιημέρες
αυτός/ή/όδιημέρευε
εμείςδιημερεύαμε
εσείςδιημερεύατε
αυτοί/ές/άδιημέρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διημερεύω
εσύθα διημερεύεις
αυτός/ή/όθα διημερεύει
εμείςθα διημερεύουμε
εσείςθα διημερεύετε
αυτοί/ές/άθα διημερεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διημερεύσει
εσύέχεις διημερεύσει
αυτός/ή/όέχει διημερεύσει
εμείςέχουμε διημερεύσει
εσείςέχετε διημερεύσει
αυτοί/ές/άέχουν διημερεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διημερεύσει
εσύείχες διημερεύσει
αυτός/ή/όείχε διημερεύσει
εμείςείχαμε διημερεύσει
εσείςείχατε διημερεύσει
αυτοί/ές/άείχαν διημερεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διημερεύσει
εσύθα έχεις διημερεύσει
αυτός/ή/όθα έχει διημερεύσει
εμείςθα έχουμε διημερεύσει
εσείςθα έχετε διημερεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διημερεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιημέρευσε
εσείςδιημερεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιημέρευε
εσείςδιημερεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διημερεύσω
εσύνα διημερεύσεις
αυτός/ή/όνα διημερεύσει
εμείςνα διημερεύσουμε
εσείςνα διημερεύσετε
αυτοί/ές/άνα διημερεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διημερεύω
εσύνα διημερεύεις
αυτός/ή/όνα διημερεύει
εμείςνα διημερεύουμε
εσείςνα διημερεύετε
αυτοί/ές/άνα διημερεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διημερεύσει
εσύνα έχεις διημερεύσει
αυτός/ή/όνα έχει διημερεύσει
εμείςνα έχουμε διημερεύσει
εσείςνα έχετε διημερεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διημερεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διημερεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διημερεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διημέρευα
εσύθα διημέρες
αυτός/ή/όθα διημέρευε
εμείςθα διημερεύαμε
εσείςθα διημερεύατε
αυτοί/ές/άθα διημέρευαν