BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διασταυρώνομαι

пересекаться

be crossed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιασταυρώνομαι
εσύδιασταυρώνεσαι
αυτός/ή/όδιασταυρώνεται
εμείςδιασταυρωνόμαστε
εσείςδιασταυρώνεστε
αυτοί/ές/άδιασταυρώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιασταυρώθηκα
εσύδιασταυρώθηκες
αυτός/ή/όδιασταυρώθηκε
εμείςδιασταυρωθήκαμε
εσείςδιασταυρωθήκατε
αυτοί/ές/άδιασταυρώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διασταυρωθώ
εσύθα διασταυρωθείς
αυτός/ή/όθα διασταυρωθεί
εμείςθα διασταυρωθούμε
εσείςθα διασταυρωθείτε
αυτοί/ές/άθα διασταυρωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιασταυρωνόμουν
εσύδιασταυρωνόσουν
αυτός/ή/όδιασταυρωνόταν
εμείςδιασταυρωνόμαστε
εσείςδιασταυρωνόσαστε
αυτοί/ές/άδιασταυρώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διασταυρώνομαι
εσύθα διασταυρώνεσαι
αυτός/ή/όθα διασταυρώνεται
εμείςθα διασταυρωνόμαστε
εσείςθα διασταυρώνεστε
αυτοί/ές/άθα διασταυρώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διασταυρωθεί
εσύέχεις διασταυρωθεί
αυτός/ή/όέχει διασταυρωθεί
εμείςέχουμε διασταυρωθεί
εσείςέχετε διασταυρωθεί
αυτοί/ές/άέχουν διασταυρωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διασταυρωθεί
εσύείχες διασταυρωθεί
αυτός/ή/όείχε διασταυρωθεί
εμείςείχαμε διασταυρωθεί
εσείςείχατε διασταυρωθεί
αυτοί/ές/άείχαν διασταυρωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διασταυρωθεί
εσύθα έχεις διασταυρωθεί
αυτός/ή/όθα έχει διασταυρωθεί
εμείςθα έχουμε διασταυρωθεί
εσείςθα έχετε διασταυρωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν διασταυρωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιασταυρώσου
εσείςδιασταυρωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιασταυρώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διασταυρωθώ
εσύνα διασταυρωθείς
αυτός/ή/όνα διασταυρωθεί
εμείςνα διασταυρωθούμε
εσείςνα διασταυρωθείτε
αυτοί/ές/άνα διασταυρωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διασταυρώνομαι
εσύνα διασταυρώνεσαι
αυτός/ή/όνα διασταυρώνεται
εμείςνα διασταυρωνόμαστε
εσείςνα διασταυρώνεστε
αυτοί/ές/άνα διασταυρώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διασταυρωθεί
εσύνα έχεις διασταυρωθεί
αυτός/ή/όνα έχει διασταυρωθεί
εμείςνα έχουμε διασταυρωθεί
εσείςνα έχετε διασταυρωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν διασταυρωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διασταυρωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διασταυρωθώ
εσύθα διασταυρωθείς
αυτός/ή/όθα διασταυρωθεί
εμείςθα διασταυρωθούμε
εσείςθα διασταυρωθείτε
αυτοί/ές/άθα διασταυρωθούν