BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διαπληκτίζομαι

драться, вступать в драку

come to blows, fight

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιαπληκτίζομαι
εσύδιαπληκτίζεσαι
αυτός/ή/όδιαπληκτίζεται
εμείςδιαπληκτιζόμαστε
εσείςδιαπληκτίζεστε
αυτοί/ές/άδιαπληκτίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιαπληκτίστηκα
εσύδιαπληκτίστηκες
αυτός/ή/όδιαπληκτίστηκε
εμείςδιαπληκτιστήκαμε
εσείςδιαπληκτιστήκατε
αυτοί/ές/άδιαπληκτίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διαπληκτιστώ
εσύθα διαπληκτιστείς
αυτός/ή/όθα διαπληκτιστεί
εμείςθα διαπληκτιστούμε
εσείςθα διαπληκτιστείτε
αυτοί/ές/άθα διαπληκτιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιαπληκτιζόμουν
εσύδιαπληκτιζόσουν
αυτός/ή/όδιαπληκτιζόταν
εμείςδιαπληκτιζόμαστε
εσείςδιαπληκτιζόσαστε
αυτοί/ές/άδιαπληκτίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διαπληκτίζομαι
εσύθα διαπληκτίζεσαι
αυτός/ή/όθα διαπληκτίζεται
εμείςθα διαπληκτιζόμαστε
εσείςθα διαπληκτίζεστε
αυτοί/ές/άθα διαπληκτίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διαπληκτιστεί
εσύέχεις διαπληκτιστεί
αυτός/ή/όέχει διαπληκτιστεί
εμείςέχουμε διαπληκτιστεί
εσείςέχετε διαπληκτιστεί
αυτοί/ές/άέχουν διαπληκτιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διαπληκτιστεί
εσύείχες διαπληκτιστεί
αυτός/ή/όείχε διαπληκτιστεί
εμείςείχαμε διαπληκτιστεί
εσείςείχατε διαπληκτιστεί
αυτοί/ές/άείχαν διαπληκτιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διαπληκτιστεί
εσύθα έχεις διαπληκτιστεί
αυτός/ή/όθα έχει διαπληκτιστεί
εμείςθα έχουμε διαπληκτιστεί
εσείςθα έχετε διαπληκτιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν διαπληκτιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιαπληκτίσου
εσείςδιαπληκτιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιαπληκτίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διαπληκτιστώ
εσύνα διαπληκτιστείς
αυτός/ή/όνα διαπληκτιστεί
εμείςνα διαπληκτιστούμε
εσείςνα διαπληκτιστείτε
αυτοί/ές/άνα διαπληκτιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διαπληκτίζομαι
εσύνα διαπληκτίζεσαι
αυτός/ή/όνα διαπληκτίζεται
εμείςνα διαπληκτιζόμαστε
εσείςνα διαπληκτίζεστε
αυτοί/ές/άνα διαπληκτίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διαπληκτιστεί
εσύνα έχεις διαπληκτιστεί
αυτός/ή/όνα έχει διαπληκτιστεί
εμείςνα έχουμε διαπληκτιστεί
εσείςνα έχετε διαπληκτιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν διαπληκτιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διαπληκτιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διαπληκτιστώ
εσύθα διαπληκτιστείς
αυτός/ή/όθα διαπληκτιστεί
εμείςθα διαπληκτιστούμε
εσείςθα διαπληκτιστείτε
αυτοί/ές/άθα διαπληκτιστούν