BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διακινδυνεύω

рисковать, подвергать опасности

risk, endanger

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιακινδυνεύω
εσύδιακινδυνεύεις
αυτός/ή/όδιακινδυνεύει
εμείςδιακινδυνεύουμε
εσείςδιακινδυνεύετε
αυτοί/ές/άδιακινδυνεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιακινδύνεψα
εσύδιακινδύνεψες
αυτός/ή/όδιακινδύνεψε
εμείςδιακινδυνέψαμε
εσείςδιακινδυνέψατε
αυτοί/ές/άδιακινδύνεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διακινδυνέψω
εσύθα διακινδυνέψεις
αυτός/ή/όθα διακινδυνέψει
εμείςθα διακινδυνέψουμε
εσείςθα διακινδυνέψετε
αυτοί/ές/άθα διακινδυνέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιακινδύνευα
εσύδιακινδύνευες
αυτός/ή/όδιακινδύνευε
εμείςδιακινδυνεύαμε
εσείςδιακινδυνεύατε
αυτοί/ές/άδιακινδύνευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διακινδυνεύω
εσύθα διακινδυνεύεις
αυτός/ή/όθα διακινδυνεύει
εμείςθα διακινδυνεύουμε
εσείςθα διακινδυνεύετε
αυτοί/ές/άθα διακινδυνεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διακινδυνέψει
εσύέχεις διακινδυνέψει
αυτός/ή/όέχει διακινδυνέψει
εμείςέχουμε διακινδυνέψει
εσείςέχετε διακινδυνέψει
αυτοί/ές/άέχουν διακινδυνέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διακινδυνέψει
εσύείχες διακινδυνέψει
αυτός/ή/όείχε διακινδυνέψει
εμείςείχαμε διακινδυνέψει
εσείςείχατε διακινδυνέψει
αυτοί/ές/άείχαν διακινδυνέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διακινδυνέψει
εσύθα έχεις διακινδυνέψει
αυτός/ή/όθα έχει διακινδυνέψει
εμείςθα έχουμε διακινδυνέψει
εσείςθα έχετε διακινδυνέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν διακινδυνέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιακινδύνεψε
εσείςδιακινκυνέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιακινδύνευε
εσείςδιακινδυνεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διακινδυνέψω
εσύνα διακινδυνέψεις
αυτός/ή/όνα διακινδυνέψει
εμείςνα διακινδυνέψουμε
εσείςνα διακινδυνέψετε
αυτοί/ές/άνα διακινδυνέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διακινδυνεύω
εσύνα διακινδυνεύεις
αυτός/ή/όνα διακινδυνεύει
εμείςνα διακινδυνεύουμε
εσείςνα διακινδυνεύετε
αυτοί/ές/άνα διακινδυνεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διακινδυνέψει
εσύνα έχεις διακινδυνέψει
αυτός/ή/όνα έχει διακινδυνέψει
εμείςνα έχουμε διακινδυνέψει
εσείςνα έχετε διακινδυνέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν διακινδυνέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διακινδυνέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διακινδυνεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διακινδύνευα
εσύθα διακινδύνευες
αυτός/ή/όθα διακινδύνευε
εμείςθα διακινδυνεύαμε
εσείςθα διακινδυνεύατε
αυτοί/ές/άθα διακινδύνευαν