BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δηλητηριάζομαι

быть отравленным

be poisoned

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδηλητηριάζομαι
εσύδηλητηριάζεσαι
αυτός/ή/όδηλητηριάζεται
εμείςδηλητηριαζόμαστε
εσείςδηλητηριάζεστε
αυτοί/ές/άδηλητηριάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδηλητηριάστηκα
εσύδηλητηριάστηκες
αυτός/ή/όδηλητηριάστηκε
εμείςδηλητηριαστήκαμε
εσείςδηλητηριαστήκατε
αυτοί/ές/άδηλητηριάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δηλητηριαστώ
εσύθα δηλητηριαστείς
αυτός/ή/όθα δηλητηριαστεί
εμείςθα δηλητηριαστούμε
εσείςθα δηλητηριαστείτε
αυτοί/ές/άθα δηλητηριαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδηλητηριαζόμουν
εσύδηλητηριαζόσουν
αυτός/ή/όδηλητηριαζόταν
εμείςδηλητηριαζόμαστε
εσείςδηλητηριαζόσαστε
αυτοί/ές/άδηλητηριάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δηλητηριάζομαι
εσύθα δηλητηριάζεσαι
αυτός/ή/όθα δηλητηριάζεται
εμείςθα δηλητηριαζόμαστε
εσείςθα δηλητηριάζεστε
αυτοί/ές/άθα δηλητηριάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δηλητηριαστεί
εσύέχεις δηλητηριαστεί
αυτός/ή/όέχει δηλητηριαστεί
εμείςέχουμε δηλητηριαστεί
εσείςέχετε δηλητηριαστεί
αυτοί/ές/άέχουν δηλητηριαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δηλητηριαστεί
εσύείχες δηλητηριαστεί
αυτός/ή/όείχε δηλητηριαστεί
εμείςείχαμε δηλητηριαστεί
εσείςείχατε δηλητηριαστεί
αυτοί/ές/άείχαν δηλητηριαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δηλητηριαστεί
εσύθα έχεις δηλητηριαστεί
αυτός/ή/όθα έχει δηλητηριαστεί
εμείςθα έχουμε δηλητηριαστεί
εσείςθα έχετε δηλητηριαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν δηλητηριαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδηλητηριάσου
εσείςδηλητηριαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδηλητηριάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δηλητηριαστώ
εσύνα δηλητηριαστείς
αυτός/ή/όνα δηλητηριαστεί
εμείςνα δηλητηριαστούμε
εσείςνα δηλητηριαστείτε
αυτοί/ές/άνα δηλητηριαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δηλητηριάζομαι
εσύνα δηλητηριάζεσαι
αυτός/ή/όνα δηλητηριάζεται
εμείςνα δηλητηριαζόμαστε
εσείςνα δηλητηριάζεστε
αυτοί/ές/άνα δηλητηριάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δηλητηριαστεί
εσύνα έχεις δηλητηριαστεί
αυτός/ή/όνα έχει δηλητηριαστεί
εμείςνα έχουμε δηλητηριαστεί
εσείςνα έχετε δηλητηριαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν δηλητηριαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δηλητηριαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δηλητηριαστώ
εσύθα δηλητηριαστείς
αυτός/ή/όθα δηλητηριαστεί
εμείςθα δηλητηριαστούμε
εσείςθα δηλητηριαστείτε
αυτοί/ές/άθα δηλητηριαστούν