BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δανείζω

неправильный

одалживать

lend

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδανείζω
εσύδανείζεις
αυτός/ή/όδανείζει
εμείςδανείζουμε
εσείςδανείζετε
αυτοί/ές/άδανείζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδάνεισα
εσύδάνεισες
αυτός/ή/όδάνεισε
εμείςδανείσαμε
εσείςδανείσατε
αυτοί/ές/άδάνεισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δανείσω
εσύθα δανείσεις
αυτός/ή/όθα δανείσει
εμείςθα δανείσουμε
εσείςθα δανείσετε
αυτοί/ές/άθα δανείσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδάνειζα
εσύδάνειζες
αυτός/ή/όδάνειζε
εμείςδανείζαμε
εσείςδανείζατε
αυτοί/ές/άδάνειζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δανείζω
εσύθα δανείζεις
αυτός/ή/όθα δανείζει
εμείςθα δανείζουμε
εσείςθα δανείζετε
αυτοί/ές/άθα δανείζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δανείσει
εσύέχεις δανείσει
αυτός/ή/όέχει δανείσει
εμείςέχουμε δανείσει
εσείςέχετε δανείσει
αυτοί/ές/άέχουν δανείσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δανείσει
εσύείχες δανείσει
αυτός/ή/όείχε δανείσει
εμείςείχαμε δανείσει
εσείςείχατε δανείσει
αυτοί/ές/άείχαν δανείσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δανείσει
εσύθα έχεις δανείσει
αυτός/ή/όθα έχει δανείσει
εμείςθα έχουμε δανείσει
εσείςθα έχετε δανείσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δανείσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδάνεισε
εσείςδανείστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδάνειζε
εσείςδανείζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δανείσω
εσύνα δανείσεις
αυτός/ή/όνα δανείσει
εμείςνα δανείσουμε
εσείςνα δανείσετε
αυτοί/ές/άνα δανείσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δανείζω
εσύνα δανείζεις
αυτός/ή/όνα δανείζει
εμείςνα δανείζουμε
εσείςνα δανείζετε
αυτοί/ές/άνα δανείζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δανείσει
εσύνα έχεις δανείσει
αυτός/ή/όνα έχει δανείσει
εμείςνα έχουμε δανείσει
εσείςνα έχετε δανείσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δανείσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δανείσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δανείζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δάνειζα
εσύθα δάνειζες
αυτός/ή/όθα δάνειζε
εμείςθα δανείζαμε
εσείςθα δανείζατε
αυτοί/ές/άθα δάνειζαν