BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δαμάζω

укрощать

tame

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδαμάζω
εσύδαμάζεις
αυτός/ή/όδαμάζει
εμείςδαμάζουμε
εσείςδαμάζετε
αυτοί/ές/άδαμάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδάμασα
εσύδάμασες
αυτός/ή/όδάμασε
εμείςδαμάσαμε
εσείςδαμάσατε
αυτοί/ές/άδάμασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δαμάσω
εσύθα δαμάσεις
αυτός/ή/όθα δαμάσει
εμείςθα δαμάσουμε
εσείςθα δαμάσετε
αυτοί/ές/άθα δαμάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδάμαζα
εσύδάμαζες
αυτός/ή/όδάμαζε
εμείςδαμάζαμε
εσείςδαμάζατε
αυτοί/ές/άδάμαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δαμάζω
εσύθα δαμάζεις
αυτός/ή/όθα δαμάζει
εμείςθα δαμάζουμε
εσείςθα δαμάζετε
αυτοί/ές/άθα δαμάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δαμάσει
εσύέχεις δαμάσει
αυτός/ή/όέχει δαμάσει
εμείςέχουμε δαμάσει
εσείςέχετε δαμάσει
αυτοί/ές/άέχουν δαμάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δαμάσει
εσύείχες δαμάσει
αυτός/ή/όείχε δαμάσει
εμείςείχαμε δαμάσει
εσείςείχατε δαμάσει
αυτοί/ές/άείχαν δαμάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δαμάσει
εσύθα έχεις δαμάσει
αυτός/ή/όθα έχει δαμάσει
εμείςθα έχουμε δαμάσει
εσείςθα έχετε δαμάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δαμάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδάμασε
εσείςδαμάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδάμαζε
εσείςδαμάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δαμάσω
εσύνα δαμάσεις
αυτός/ή/όνα δαμάσει
εμείςνα δαμάσουμε
εσείςνα δαμάσετε
αυτοί/ές/άνα δαμάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δαμάζω
εσύνα δαμάζεις
αυτός/ή/όνα δαμάζει
εμείςνα δαμάζουμε
εσείςνα δαμάζετε
αυτοί/ές/άνα δαμάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δαμάσει
εσύνα έχεις δαμάσει
αυτός/ή/όνα έχει δαμάσει
εμείςνα έχουμε δαμάσει
εσείςνα έχετε δαμάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δαμάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δαμάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δαμάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δάμαζα
εσύθα δάμαζες
αυτός/ή/όθα δάμαζε
εμείςθα δαμάζαμε
εσείςθα δαμάζατε
αυτοί/ές/άθα δάμαζαν