BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δακρύζω

проливать слёзы

shed tears

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδακρύζω
εσύδακρύζεις
αυτός/ή/όδακρύζει
εμείςδακρύζουμε
εσείςδακρύζετε
αυτοί/ές/άδακρύζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδάκρυσα
εσύδάκρυσες
αυτός/ή/όδάκρυσε
εμείςδακρύσαμε
εσείςδακρύσατε
αυτοί/ές/άδάκρυσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δακρύσω
εσύθα δακρύσεις
αυτός/ή/όθα δακρύσει
εμείςθα δακρύσουμε
εσείςθα δακρύσετε
αυτοί/ές/άθα δακρύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδάκρυζα
εσύδάκρυζες
αυτός/ή/όδάκρυζε
εμείςδακρύζαμε
εσείςδακρύζατε
αυτοί/ές/άδάκρυζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δακρύζω
εσύθα δακρύζεις
αυτός/ή/όθα δακρύζει
εμείςθα δακρύζουμε
εσείςθα δακρύζετε
αυτοί/ές/άθα δακρύζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δακρύσει
εσύέχεις δακρύσει
αυτός/ή/όέχει δακρύσει
εμείςέχουμε δακρύσει
εσείςέχετε δακρύσει
αυτοί/ές/άέχουν δακρύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δακρύσει
εσύείχες δακρύσει
αυτός/ή/όείχε δακρύσει
εμείςείχαμε δακρύσει
εσείςείχατε δακρύσει
αυτοί/ές/άείχαν δακρύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δακρύσει
εσύθα έχεις δακρύσει
αυτός/ή/όθα έχει δακρύσει
εμείςθα έχουμε δακρύσει
εσείςθα έχετε δακρύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δακρύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδάκρυσε
εσείςδακρύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδάκρυζε
εσείςδακρύζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δακρύσω
εσύνα δακρύσεις
αυτός/ή/όνα δακρύσει
εμείςνα δακρύσουμε
εσείςνα δακρύσετε
αυτοί/ές/άνα δακρύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δακρύζω
εσύνα δακρύζεις
αυτός/ή/όνα δακρύζει
εμείςνα δακρύζουμε
εσείςνα δακρύζετε
αυτοί/ές/άνα δακρύζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δακρύσει
εσύνα έχεις δακρύσει
αυτός/ή/όνα έχει δακρύσει
εμείςνα έχουμε δακρύσει
εσείςνα έχετε δακρύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δακρύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δακρύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δακρύζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

δακρυσμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δάκρυζα
εσύθα δάκρυζες
αυτός/ή/όθα δάκρυζε
εμείςθα δακρύζαμε
εσείςθα δακρύζατε
αυτοί/ές/άθα δάκρυζαν