BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

γυαλίζομαι

чиститься, полироваться

polish oneself

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώγυαλίζομαι
εσύγυαλίζεσαι
αυτός/ή/όγυαλίζεται
εμείςγυαλιζόμαστε
εσείςγυαλίζεστε
αυτοί/ές/άγυαλίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώγυαλίστηκα
εσύγυαλίστηκες
αυτός/ή/όγυαλίστηκε
εμείςγυαλιστήκαμε
εσείςγυαλιστήκατε
αυτοί/ές/άγυαλίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα γυαλιστώ
εσύθα γυαλιστείς
αυτός/ή/όθα γυαλιστεί
εμείςθα γυαλιστούμε
εσείςθα γυαλιστείτε
αυτοί/ές/άθα γυαλιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώγυαλιζόμουν
εσύγυαλιζόσουν
αυτός/ή/όγυαλιζόταν
εμείςγυαλιζόμαστε
εσείςγυαλιζόσαστε
αυτοί/ές/άγυαλίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα γυαλίζομαι
εσύθα γυαλίζεσαι
αυτός/ή/όθα γυαλίζεται
εμείςθα γυαλιζόμαστε
εσείςθα γυαλίζεστε
αυτοί/ές/άθα γυαλίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω γυαλιστεί
εσύέχεις γυαλιστεί
αυτός/ή/όέχει γυαλιστεί
εμείςέχουμε γυαλιστεί
εσείςέχετε γυαλιστεί
αυτοί/ές/άέχουν γυαλιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα γυαλιστεί
εσύείχες γυαλιστεί
αυτός/ή/όείχε γυαλιστεί
εμείςείχαμε γυαλιστεί
εσείςείχατε γυαλιστεί
αυτοί/ές/άείχαν γυαλιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω γυαλιστεί
εσύθα έχεις γυαλιστεί
αυτός/ή/όθα έχει γυαλιστεί
εμείςθα έχουμε γυαλιστεί
εσείςθα έχετε γυαλιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν γυαλιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύγυαλίσου
εσείςγυαλιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςγυαλίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα γυαλιστώ
εσύνα γυαλιστείς
αυτός/ή/όνα γυαλιστεί
εμείςνα γυαλιστούμε
εσείςνα γυαλιστείτε
αυτοί/ές/άνα γυαλιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα γυαλίζομαι
εσύνα γυαλίζεσαι
αυτός/ή/όνα γυαλίζεται
εμείςνα γυαλιζόμαστε
εσείςνα γυαλίζεστε
αυτοί/ές/άνα γυαλίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω γυαλιστεί
εσύνα έχεις γυαλιστεί
αυτός/ή/όνα έχει γυαλιστεί
εμείςνα έχουμε γυαλιστεί
εσείςνα έχετε γυαλιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν γυαλιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

γυαλιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα γυαλιστώ
εσύθα γυαλιστείς
αυτός/ή/όθα γυαλιστεί
εμείςθα γυαλιστούμε
εσείςθα γυαλιστείτε
αυτοί/ές/άθα γυαλιστούν